Τώρα αρχίζουν τα «δύσκολα» για τον Αμερικανό πρόεδρο, αφού τίποτα δεν έχει ακόμα κριθεί οριστικά υπέρ της Ουάσινγκτον
Ο σοι έσπευσαν να πανηγυρίσουν μια νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα ίσως βιάστηκαν και αγνόησαν το γεγονός ότι ο κόσμος έχει αλλάξει σημαντικά από την εποχή του πραξικοπήματος της CIA στη Χιλή το 1973.
- Παρίσι, Μαρία Δεναξά
Στο εσωτερικό μέτωπο, όπως και σε διεθνές επίπεδο, η υπόθεση απέχει πολύ από το να έχει κριθεί υπέρ της Ουάσινγκτον. Η ευρω-παγκοσμιοποιητική προπαγάνδα που διοχετεύεται στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης είναι παραπλανητική.
Δεν αρκεί να προβάλλονται ξανά και ξανά μερικές χιλιάδες άνθρωποι που πανηγυρίζουν, μεταξύ αυτών Βενεζουελάνοι της διασποράς ή ακόμη και μέσα στη χώρα, για να βγει το συμπέρασμα ότι ο Μαδούρο και το καθεστώς του αποτελούν αντικείμενο γενικευμένου μίσους. Είναι αλήθεια ότι το καθεστώς έχει γίνει πολύ αντιδημοφιλές σε πολλούς Βενεζουελάνους· ωστόσο, δεν παύει να ισχύει πως, την ίδια ώρα, εξακολουθεί να απολαμβάνει ισχυρή στήριξη, ιδίως από τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού.
Αντιδημοφιλής
Ακόμη κι αν ο Μαδούρο είναι μισητός από πολλούς συμπολίτες του, παραμένει, παρ’ όλα αυτά, λιγότερο αντιδημοφιλής από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Ελλάδα. Επιπλέον, πρέπει να έχει κανείς τη χονδροειδή άγνοια του Ελληνα πρωθυπουργού, ο οποίος, παρά τους καλοπληρωμένους συμβούλους του, χάρηκε για το αμερικανικό πραξικόπημα, καθώς φαίνεται πως δεν γνωρίζει ότι εκατομμύρια Βενεζουελάνοι θυμούνται με τρόμο τις δεκαετίες πριν από τον Ούγκο Τσάβες.
Ως παράδειγμα υπενθυμίζω το παρελθόν του προέδρου Κάρλος Αντρές Πέρες, που λέγεται πως ήταν πράκτορας της CIA και αδίστακτος. Εφάρμοσε πολιτικές, κατά τη διάρκεια της δεύτερης προεδρικής θητείας του (1989-1993), υπαγορευμένες από το ΔΝΤ, σε συνδυασμό με άγρια καταστολή. Κατέληξε να φυλακιστεί και στη συνέχεια να διαφύγει στο εξωτερικό, στη Φλόριντα, όπου πέθανε το 2010. Επίσης, οι Αμερικανοί («gringos»), όπως λέγονται στη Λατινική Αμερική και τη Βενεζουέλα, προκαλούν μεγαλύτερη αποστροφή από τον Μαδούρο και το καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο Ούγκο Τσάβες.
Ηταν ο Τσάβες που μετονόμασε τη χώρα σε «Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας», για να θυμίζει στους Βενεζουελάνους τη μεγαλοπρέπεια της ιστορίας τους (τον «Απελευθερωτή» Σιμόν Μπολίβαρ) και να τους ξαναδώσει την υπερηφάνεια να αντιστέκονται σε κάθε ξένη παρέμβαση. Κατά συνέπεια, οποιοσδήποτε ηγέτης της Βενεζουέλας έρθει φυτευτός από τον θείο Σαμ θα αντιμετωπιστεί με απόλυτη και άμεση απόρριψη από μεγάλο μέρος της βενεζουελανικής κοινωνίας.
Το είδαμε αυτό ξεκάθαρα με την αποτυχημένη προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, να επιβάλει τον άπειρο Χουάν Γκουαϊδό (που χρηματοδοτούνταν από Κολομβιανούς βαρόνους ναρκωτικών!), και μάλιστα με την υποστήριξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και του Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος είχε ήδη εμπλέξει την ευρωπαϊκή διπλωματία.
Αλλωστε, ο Μαδούρο, παρά το θεσμικό πραξικόπημα του 2017, δεν κυβερνούσε μόνος του τη Βενεζουέλα. Υποστηριζόταν από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, το οποίο ανέθεσε την προσωρινή προεδρία στη πιστή του αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες, σύμφωνα με το Σύνταγμα, η οποία αψήφησε τον Αμερικανό πρόεδρο, δηλώνοντας αμέσως ότι ο Μαδούρο είναι ο μόνος νόμιμος πρόεδρος της χώρας. Η Ροντρίγκες έχει διαψεύσει τις δηλώσεις Τραμπ ότι είναι έτοιμη να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ. Θεωρείται πιο σκληρή τσαβίστρια από τον Μαδούρο, διότι τον πατέρα της τον είχε σκοτώσει η CIA.
Και το ερώτημα που τίθεται είναι τι θα κάνει και τι μπορεί να κάνει από εδώ και στο εξής ο Ντόναλντ Τραμπ. Η επιβολή «δικού του» προέδρου θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο ή μια εξέγερση και ένα τραγικό αδιέξοδο για τον αμερικανικό στρατό. Η Βενεζουέλα είναι ιδανικό έδαφος για αυτό. Υπάρχουν ήδη πολλές ένοπλες ομάδες και εκφράζονται φόβοι απο διεθνείς παρατηρητές πως θα είναι πολύ χειρότερα από το Ιράκ.

