Οι δυνάμεις του Αλ Τζολάνι προελαύνουν εναντίον των Κούρδων στη Συρία, υπό την υψηλή επιστασία της Αγκυρας. Οι ραγδαίες εξελίξεις μετά την κατάρρευση της συμφωνίας, η σύμπτυξη των κουρδικών δυνάμεων σε πόλεις όπως το Κομπάνι δείχνουν ότι πιθανώς οδηγούμαστε σε ευρύτερη σύγκρουση.
Το αποτέλεσμα της οποίας ίσως είναι καθοριστικό για την ευρύτερη ανατολική Μεσόγειο. Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι, εάν η Τουρκία πετύχει τους στόχους της στη Συρία, η προσοχή της δεν θα μείνει επικεντρωμένη εκεί, αλλά με μαθηματική σιγουριά θα στραφεί δυτικά. Προς την ανατολική Μεσόγειο. Και αναπόφευκτα προς την Ελλάδα.
Γι’ αυτό και η Αγκυρα τα δίνει όλα στη Συρία. Οχι μόνο στρατιωτικά, με drones, βομβαρδισμούς, ειδικές δυνάμεις και άμεση εμπλοκή στο πεδίο, αλλά -κυρίως- πολιτικά και διπλωματικά. Παρέχει πλήρη κάλυψη στις δυνάμεις του Τζολάνι και στη Δαμασκό, παρουσιάζοντας την επιχείρηση ως «αποκατάσταση της ενότητας» της χώρας, προσφέροντας ένα αφήγημα το οποίο φαίνεται να υιοθετούν τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια μεθοδική προσπάθεια να κλείσει, «με τη μία», ένα αγκάθι που βρίσκεται στα πλευρά της Τουρκίας εδώ και πάνω από μία δεκαετία: τον κουρδικό θύλακα στα βορειοανατολικά της Συρίας.
Βασικός οργανωτής
Οπως όμως επισημαίνει ο Ισραηλινός αναλυτής Shay Gal, μιλώντας στη «δημοκρατία», η Συρία δεν λειτουργεί -και δεν λειτούργησε ποτέ- ως ενιαίο, λειτουργικό κράτος. Η Δαμασκός ενεργεί υπό τουρκική επιρροή και ως βασικός οργανωτής των εξελίξεων. Η διάλυση των αυτόνομων κουρδικών δομών δεν αποτελεί παρενέργεια του πολέμου, αλλά κεντρικό στόχο. Η γεωπολιτική σημασία αυτής της εξέλιξης ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα της Συρίας. Μια Τουρκία που «ξεμπερδεύει» με το κουρδικό μέτωπο αποκτά στρατηγική άνεση κινήσεων. Απελευθερώνει δυνάμεις, πόρους και πολιτικό κεφάλαιο. Επηρεάζοντας, φυσικά, το ισοζύγιο ισχύος στην ανατολική Μεσόγειο, αφού θα έχει πλέον, μετά τη Λιβύη, και τη Συρία στον κύκλο επιρροής της.

Τη διάσταση αυτή φωτίζει και ο διεθνολόγος Πέτρος Τασσιός που, μιλώντας στην εφημερίδα μας, αφού ξεκαθαρίζει ότι τα τεκταινόμενα στη Συρία αποτελούν μια δυσάρεστη εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα, υπενθύμισε μεταξύ άλλων ότι σημαντικό μέρος των τουρκικών στρατευμάτων που επιχειρούν σήμερα στη βόρεια Συρία έχει μετακινηθεί τα προηγούμενα χρόνια από άλλες περιοχές, μεταξύ αυτών και από τη Θράκη. Πρόκειται για μονάδες που αποσύρθηκαν «προσωρινά» από το δυτικό μέτωπο της Τουρκίας, προκειμένου να εμπλακούν σε επιχειρήσεις υψηλής έντασης εναντίον των Κούρδων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι, φυσικά, το τι θα συμβεί όταν αυτές οι δυνάμεις επιστρέψουν. Δεν θα επιστρέψουν απλώς ως αριθμοί. Θα επιστρέψουν εμπειροπόλεμες, με εμπειρία σε σύγχρονο πόλεμο. Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει και ο εκπρόσωπος του YPG στην Ελλάδα Ιμπραχέμ Μουσλέμ, περιγράφοντας ένα πεδίο μάχης όπου η Τουρκία συμμετέχει ενεργά, με drones, τεχνολογία αιχμής, άρματα μάχης και ομάδες κομάντος. Η Συρία λειτουργεί, στην πράξη, ως εργαστήριο πολέμου.
Τα τουρκικά δόγματα δοκιμάζονται, βελτιώνονται και προσαρμόζονται σε πραγματικές συνθήκες μάχης. Παράλληλα, η αποδυνάμωση των κουρδικών δυνάμεων δημιουργεί επικίνδυνα κενά ασφαλείας. Φυλακές με μέλη του ISIS απειλούνται, τζιχαντιστές απελευθερώνονται, πόλεις όπως το Κομπάνι πολιορκούνται ξανά. Το ενδεχόμενο η Συρία να μετατραπεί σε ένα νέο Αφγανιστάν -επικίνδυνα κοντά μας- δεν είναι θεωρητικό. Και η εξαγωγή αστάθειας –μέσω τρομοκρατίας και μεταναστευτικών ροών– αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δρ Πολιτικής Φιλοσοφίας Μιχάλης Θεοδοσιάδης αναδεικνύει τις ευθύνες της Ευρώπης και της Αθήνας. Η πολιτική της επίπλαστης «σταθερότητας», με χειραψίες και χρηματοδοτήσεις, συνυπάρχει με τη βία στο πεδίο. Και στις περιοχές αυτές η απουσία ενεργής στρατηγικής δεν είναι ουδέτερη επιλογή, αλλά στρατηγικό κενό. Το οποίο κάποια στιγμή κάποιος γεμίζει.

Ελληνική ανησυχία
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ελληνικής ανησυχίας. Παρά το γεγονός ότι η χώρα εξοπλίζεται και ενισχύει τις Ενοπλες Δυνάμεις της, η ταχεία -και βίαιη- «λύση» του κουρδικού ζητήματος προσφέρει στην Τουρκία ένα χρονικό παράθυρο. Ενα παράθυρο μέχρι να φτάσουν και να ενσωματωθούν πλήρως οι νέοι ελληνικοί εξοπλισμοί. Σε αυτό το διάστημα μια Τουρκία με απελευθερωμένες και εμπειροπόλεμες δυνάμεις θα μπορούσε να επιχειρήσει να δημιουργήσει τετελεσμένα. Ειδικά όταν απ’ ό,τι φαίνεται έχει δημιουργήσει ένα modus vivendi με τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ και επιδιώκει έναν «ανοιxτό διάλογο» για το Αιγαίο.
«Γενοκτονία» με στόχο τη δημιουργία χαλιφάτου
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του YPG Ιμπραχέμ Μουσλέμ, οι δυνάμεις του Αλ Τζολάνι στη Συρία δεν θα σταματήσουν όταν «ξεμπερδέψουν» με τους Κούρδους, όπως δεν σταμάτησαν μετά τις σφαγές Αλαουιτών. «Απευθύνουμε έκκληση στη διεθνή κοινότητα να επέμβει και να θέσει τον κουρδικό λαό υπό διεθνή προστασία» τονίζει, επισημαίνοντας ότι σήμερα διαμορφώνεται μια συνειδητή πολιτική επιλογή από ΗΠΑ και Ευρώπη.

«Δεν είναι θέμα μόνο Τραμπ. Συμφωνούν και οι Ευρωπαίο» λέει, εκτιμώντας ότι η ανοχή ή και η συνεργασία με τζιχαντιστικές ομάδες συνδέεται με ευρύτερους σχεδιασμούς απέναντι στο Ιράν. Στο πεδίο οι κινήσεις είναι ήδη ορατές. Οι τζιχαντιστές, όπως σημειώνει, «άρχισαν με τους Αλαβίτες, τους Δρούζους, τους χριστιανούς και συνεχίζουν». Ο στόχος τους δεν είναι μόνο στρατιωτικός, αλλά βαθιά ιδεολογικός: η καταστροφή του δημοκρατικού, πολυεθνικού και πολυθρησκευτικού μοντέλου που οικοδομήθηκε στις κουρδικές περιοχές. «Θέλουν ισλαμικό κράτος, χαλιφάτο, ισλαμικό νόμο» υπογραμμίζει. Οι παύσεις πυρός και οι συμφωνίες, προειδοποιεί, χρησιμοποιούνται προσχηματικά.
«Δεν τηρούν ποτέ συμφωνίες. Τις χρησιμοποιούν για να απορροφήσουν πίεση και μετά συνεχίζουν». Γι’ αυτό, καταλήγει, χωρίς διεθνή προστασία η επόμενη φάση δεν θα είναι ειρήνη, αλλά κλιμάκωση. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα έχουμε γενοκτονία, συμπληρώνει. Μια μεγάλη γενοκτονία κατά του κουρδικού λαού, με τεράστιο αριθμό θυμάτων. Και στη συνέχεια η βία θα στραφεί ξανά εναντίον άλλων κοινοτήτων: χριστιανών, Αλαουιτών, Δρούζων και τελικά και εναντίον των ίδιων των κοσμικών Σουνιτών.
Οι μεγαλύτερες πληγές για τον κουρδικό κόσμο
Οι Κούρδοι συχνά αντιμετωπίζονται ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Στην πράξη, όμως, πρόκειται για έναν βαθιά κατακερματισμένο κόσμο. Οπως επισημαίνει ο δρ Πολιτικής Φιλοσοφίας Μιχάλης Θεοδοσιάδης, με μακρά θητεία στο ιρακινό Κουρδιστάν, οι κουρδικές κοινότητες «δεν αποτελούν έναν ενιαίο και ομογενοποιημένο πολιτικό ή κοινωνικό χώρο – ούτε μεταξύ τους ούτε στο εσωτερικό τους». Οι ιστορικές εντάσεις, οι φατριακές αντιπαραθέσεις και οι διαφορετικές εμπειρίες κρατικής συνύπαρξης υπονομεύουν συστηματικά κάθε ιδέα ενός συμπαγούς «κουρδικού κράτους», αλλά ακόμα και τη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ τους
Η διάκριση ανάμεσα στους Κούρδους του Ιράκ και της Συρίας είναι ενδεικτική. Στο ιρακινό Κουρδιστάν κυριαρχούν οικογενειακές δυναστείες και ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, ενώ στη Συρία οι Κούρδοι ανέπτυξαν ένα πιο πολυεθνικό, συνεργατικό μοντέλο με αραβικούς πληθυσμούς. Αυτή η απόκλιση στρατηγικής δυσχεραίνει τη συλλογική δράση τη στιγμή της πίεσης, παρά το ότι υπάρχουν φωνές στο Ιράκ που θέλουν άμεση μετάβαση στη Συρία προς υποστήριξη των ομοφύλων τους.

«Μαζί δεν μπορούν εύκολα να κινηθούν, αλλά ούτε και εντελώς χώρια» συνοψίζει ο κ. Θεοδοσιάδης, μεταφέροντας εμπειρίες από φοιτητές και την τοπική κοινωνία. Η κατανομή του κουρδικού πληθυσμού εξηγεί εν μέρει το πρόβλημα: περίπου 15-20 εκατ. Κούρδοι ζουν στην Τουρκία, 8-10 εκατ. στο Ιράν, 5-6 εκατ. στο Ιράκ και 2-2,5 εκατ. στη Συρία. Η διασπορά αυτή, σε τέσσερα κράτη με αντικρουόμενα συμφέροντα, μετατρέπει τις εσωτερικές διαιρέσεις σε δομικό μειονέκτημα, το οποίο εκμεταλλεύονται όσοι πιέζουν στρατιωτικά και πολιτικά τους Κούρδους σήμερα.
«Σκοτεινή συμμαχία» σουνιτικών δυνάμεων
Πίσω από τις εξελίξεις στη βόρεια Συρία δεν κρύβεται απλώς μια νέα φάση του εμφυλίου, αλλά η συγκρότηση ενός άτυπου -και εξαιρετικά επικίνδυνου- συνασπισμού δυνάμεων, τον οποίο κάποιοι περιγράφουν χωρίς περιστροφές ως «σκοτεινή συμμαχία». Στον πυρήνα του βρίσκεται η Τουρκία, η οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες από το πεδίο, χρηματοδοτεί, εξοπλίζει και καθοδηγεί έναν ετερόκλητο στρατό τζιχαντιστών Αράβων, Ουιγούρων και Τουρκμένων, με αποκλειστικό στόχο τη συντριβή των κουρδικών δυνάμεων.
Ο εκπρόσωπος του YPG στην Ελλάδα Ιμπραχέμ Μουσλέμ μιλά χωρίς υπεκφυγές: «Στην επίθεση κατά του SDF συμμετέχουν ISIS, Αλ Κάιντα και Αλ Νούσρα. Ανθρωποι από πολλές εθνικότητες. Κυρίως Αραβες, αλλά και πολλοί Ουιγούροι και Τουρκμένοι». Ηταν ακριβώς αυτές δυνάμεις που κάποτε πολεμούσαν υπό τη σημαία του ISIS και σήμερα επανεμφανίζονται στο πεδίο, δρώντας ως προέκταση της τουρκικής στρατηγικής. Η τουρκική εμπλοκή, σύμφωνα με τον Μουσλέμ, είναι άμεση και πολυεπίπεδη: «Η Τουρκία συμμετέχει και στρατιωτικά. Με drones, με άρματα μάχης, με κομάντος, με μυστικές υπηρεσίες. Συμμετέχει ενεργά».
Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση ακραίας βίας, με εκτελέσεις, βασανισμούς και διακίνηση αποτρόπαιων βίντεο, που δημοσιοποιούνται από τους ίδιους τους δράσεις ως μέσο εκφοβισμού και… υπερηφάνειας. «Γενικά δολοφονούν ανθρώπους χωρίς έλεος. Ειδικά γυναίκες που συλλαμβάνουν, αν είναι στρατιωτικά στελέχη ή μαχήτριες, τις δολοφονούν. Βγάζουν μάτια, βγάζουν καρδιές, κόβουν λαιμούς. Αυτά τα βίντεο κυκλοφορούν οι ίδιοι. Δεν ντρέπονται, αντίθετα περηφανεύονται γι’ αυτά» δηλώνει χαρακτηριστικά στη «δημοκρατία». Πίσω από τη στρατιωτική διάσταση, όμως, υπάρχει μία εξίσου κρίσιμη διπλωματική. Οπως επισημαίνει ο διεθνολόγος Πέτρος Τασσιός, η Τουρκία κατάφερε να επιβάλει τη γραμμή της στην Ουάσινγκτον, οδηγώντας σε μια δεύτερη, ιστορικής σημασίας εγκατάλειψη των Κούρδων:
«Είναι η δεύτερη φορά που ουσιαστικά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρουν την υποστήριξή τους στα δύσκολα κατόπιν πίεσης της Τουρκίας». Και το ερώτημα, όπως τονίζει, παραμένει αναπάντητο: «Τι κερδίζει η Αμερική και ποιο είναι το αντάλλαγμα;» Οι ευθύνες όμως δεν είναι μόνον υπερατλαντικές, και ο Πέτρος Τασσιός συμπληρώνει: «Πρόκειται προφανώς για μια εξέλιξη που δεν ευνοεί τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Εδώ βέβαια οφείλουμε να πούμε ότι και η Ελλάδα φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο έσπευσε να προσεγγίσει και να αγκαλιάσει τον Τζολάνι όσο και λόγω του γεγονότος ότι διαθέτει πολιτιστικό και ιστορικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να αξιοποιήσει για την προβολή και στήριξη των Ελληνορθοδόξων της Συρίας, οι οποίοι έχουν ζητήσει επανειλημμένως βοήθεια».
Παρασκήνιο
Παράλληλα, στο παρασκήνιο διαμορφώνεται ένα ευρύτερο ισλαμικό μπλοκ, με τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν. Ενα άτυπο «ισλαμικό ΝΑΤΟ», που συνδυάζει χρήμα, ιδεολογία και στρατιωτικές δυνατότητες. Η Σαουδική Αραβία, αν και λιγότερο ορατή στο πεδίο, διαδραματίζει ρόλο χρηματοδότη και πολιτικού στηρίγματος, ενισχύοντας τη συνοχή αυτού του άξονα. Το συμπέρασμα είναι ζοφερό. Η «σκοτεινή συμμαχία» δεν απειλεί μόνο τους Κούρδους. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επανεμφάνιση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας και για μια νέα, βαθύτερη αποσταθεροποίηση της ανατολικής Μεσογείου, με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα της Συρίας.


