Τα φάρμακα απώλειας βάρους τύπου GLP-1 δεν αποτελούν πλέον απλώς ένα ιατρικό εργαλείο για την παχυσαρκία ή τον διαβήτη, αλλά έναν παράγοντα με ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Η χρήση τους εξαπλώνεται με ρυθμούς που θυμίζουν τεχνολογική καινοτομία και όχι φαρμακευτική αγωγή, επηρεάζοντας καταναλωτικές συνήθειες, επιχειρηματικά μοντέλα και ολόκληρους κλάδους.
Σύμφωνα με έρευνα του οργανισμού υγειονομικής πολιτικής KFF, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο, ένας στους οκτώ ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιεί πλέον φάρμακα GLP-1, είτε για απώλεια βάρους είτε για τη διαχείριση χρόνιων παθήσεων. Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ, αλλά εξαπλώνεται διεθνώς, ενισχυόμενη από τη σταδιακή κυκλοφορία των φαρμάκων και σε μορφή χαπιού, πέρα από τις ενέσιμες εκδοχές.
Η εμπορική επιτυχία των GLP-1 έχει ήδη μεταφραστεί σε κολοσσιαία οικονομικά μεγέθη. Φάρμακα όπως το Ozempic και το Wegovy απέφεραν πάνω από 31 δισ. δολάρια το 2024 στη δανική φαρμακευτική Novo Nordisk, ποσό που, σύμφωνα με το Reuters, αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ της Δανίας. Η φαρμακοβιομηχανία μετατρέπεται έτσι σε μοχλό εθνικής οικονομικής ισχύος.
Αλλάζουν οι διατροφικές συνήθειες
Η πιο άμεση επίδραση των GLP-1 καταγράφεται στην κατανάλωση τροφίμων. Μελέτες δείχνουν ότι οι χρήστες μειώνουν σημαντικά τις δαπάνες τους τόσο σε είδη παντοπωλείου όσο και σε γρήγορο φαγητό, καθώς η όρεξη και οι λιγούρες περιορίζονται αισθητά.
Η διαιτολόγος με έδρα τη Νέα Υόρκη, Νικολέτ Πέις, εξηγεί ότι η απώλεια βάρους συνοδεύεται από ουσιαστική αλλαγή στη σχέση με το φαγητό: «Όταν οι άνθρωποι χάνουν βάρος, συχνά λένε ότι αυτό συμβαίνει επειδή “δεν πεινάω τόσο” και “δεν τρώω όσο παλιά”».
Στην ίδια κατεύθυνση, ο γενικός γιατρός από τη Βόρεια Καρολίνα, Δρ. Γουίλ Χάας, επισημαίνει ότι τα φάρμακα επηρεάζουν τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου: «Δεν λαμβάνετε πια το ίδιο αίσθημα ανταμοιβής από ορισμένα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα».
Πίεση σε σούπερ μάρκετ και fast food
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τη μεταβολή αυτή. Μελέτη στο Journal of Market Research έδειξε ότι νοικοκυριά με τουλάχιστον έναν χρήστη GLP-1 μείωσαν τις δαπάνες τους για τρόφιμα κατά πάνω από 5% μέσα σε έξι μήνες. Αντίστοιχα, έρευνα της Bain & Company κατέγραψε μείωση 5% στις δαπάνες για fast food.
Οι επιπτώσεις έχουν αρχίσει να γίνονται ορατές και στα οικονομικά μεγάλων αλυσίδων. Αναλυτές μιλούν για «παράγοντες διαταραχής της ζήτησης», ενώ η McDonald’s ενδέχεται να χάσει έως 28 εκατ. επισκέψεις πελατών και σχεδόν 500 εκατ. δολάρια ετησίως, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Redburn Atlantic.
Νέα προϊόντα, νέοι κίνδυνοι
Σε απάντηση, σούπερ μάρκετ και εταιρείες τροφίμων λανσάρουν προϊόντα με την ένδειξη «GLP-1 friendly», κυρίως πλούσια σε πρωτεΐνη. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Associated Press, οι ενδείξεις αυτές δεν υπόκεινται σε θεσμικό έλεγχο.
Η Πέις προειδοποιεί ότι η μείωση της ποσότητας δεν αρκεί: «Πολλοί τρώνε ακριβώς τα ίδια, απλώς λιγότερο, αφήνοντας το χάπι να κάνει όλη τη δουλειά».
Λιγότερο αλκοόλ, λιγότερη διασκέδαση
Η χρήση GLP-1 συνδέεται και με αισθητή μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ. Σύμφωνα με έρευνα της EY-Parthenon, το 44% των χρηστών πίνει λιγότερο μετά την έναρξη της αγωγής, ενώ το 82% διατηρεί τη νέα συνήθεια ακόμη και μετά τη διακοπή.
Οι επιπτώσεις αποτυπώθηκαν και στο χρηματιστήριο, με τις μετοχές εταιρειών αλκοολούχων ποτών να πιέζονται. Η Brown-Forman, παραγωγός του Jack Daniel’s, έχει ήδη προειδοποιήσει για προκλήσεις στον κλάδο.
Απρόσμενα οφέλη στις αερομεταφορές
Αντίθετα, οι αεροπορικές εταιρείες ενδέχεται να ωφεληθούν. Σύμφωνα με έκθεση της Jefferies, η μείωση του μέσου σωματικού βάρους των επιβατών μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση καυσίμων, οδηγώντας σε εξοικονόμηση έως 580 εκατ. δολαρίων ετησίως για τις μεγάλες αμερικανικές αεροπορικές.
Μόδα, ομορφιά και γυμναστήρια
Οι αλλαγές επεκτείνονται και στη μόδα, με αύξηση πωλήσεων σε μικρότερα μεγέθη και ταυτόχρονη άνοδο των επιστροφών, πιέζοντας τα περιθώρια κέρδους των brands. Στον χώρο της ομορφιάς, εταιρείες λανσάρουν προϊόντα για την αντιμετώπιση της ξηρότητας και της χαλάρωσης του δέρματος, παρενέργειες που σχετίζονται με την ταχεία απώλεια βάρους, όπως αναφέρει το Vogue.
Την ίδια στιγμή, γυμναστήρια και εταιρείες fitness βλέπουν νέες ευκαιρίες. Ο Χάας παρατηρεί αυξημένο ενδιαφέρον για προπόνηση με αντιστάσεις, ενώ η Life Time αναπτύσσει εξειδικευμένα προγράμματα για χρήστες GLP-1. Όπως τονίζει ο επιστημονικός διευθυντής της εταιρείας, Τζιμ ΛαΒαλ: «Για να πετύχει η αγωγή, χρειάζεται άσκηση αντίστασης και σωστή διατροφή».
Αναμφίβολα, τα GLP-1 εξελίσσονται σε έναν από τους πιο απρόβλεπτους «παίκτες» της παγκόσμιας οικονομίας. Δεν επηρεάζουν μόνο την υγεία των χρηστών, αλλά αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο τρώνε, πίνουν, ταξιδεύουν, ντύνονται και γυμνάζονται εκατομμύρια άνθρωποι – και μαζί τους ολόκληρες αγορές.


