Στις αρχές Ιανουαρίου, ο Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια μιας δραματικής στρατιωτικής επιχείρησης αργά τη νύχτα και μεταφέρθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το γραφείο του εισαγγελέα της Νέας Υόρκης τους απήγγειλε κατηγορίες για συνωμοσία για εισαγωγή κοκαΐνης και κατοχή πολυβόλων και εκρηκτικών συσκευών. Στον Μαδούρο απαγγέλθηκαν επιπλέον κατηγορίες για συνωμοσία ναρκωτρομοκρατίας. Το ζευγάρι δήλωσε ενόρκως ότι δεν είναι ένοχο για όλες τις κατηγορίες.
Σε επιστολή του με ημερομηνία 20 Φεβρουαρίου, που κατατέθηκε την Τετάρτη στο δικαστήριο, αναφέρεται ότι το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του Υπουργείου Οικονομικών αρχικά χορήγησε στις 9 Ιανουαρίου άδειες τόσο στον Μαδούρο όσο και στη σύζυγό του, που επέτρεπαν στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας να καλύψει τα έξοδα υπεράσπισής τους. Λιγότερο από τρεις ώρες αργότερα, όμως, η κυβέρνηση τροποποίησε την άδεια που είχε δοθεί στον Μαδούρο, ανακαλώντας την εξουσιοδότηση να λαμβάνει τα έξοδα υπεράσπισής του από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας, σύμφωνα με την επιστολή του δικηγόρου Μπάρι Πόλακ.
Η κυβέρνηση δεν τροποποίησε την άδεια που είχε δοθεί στη Φλόρες, όπως αναφέρεται επίσης στην ίδια επιστολή.
Πριν από μερικές εβδομάδες, ο δικηγόρος του Μαδούρο ζήτησε από το υπουργείο να επαναφέρει την αρχική άδεια. Στην επιστολή του ανέφερε ότι η κυβέρνηση της Βενεζουέλας έχει υποχρέωση να καλύψει τα έξοδα του κυρίου Μαδούρο, ο Μαδούρο έχει εύλογη προσδοκία ότι η κυβέρνηση της Βενεζουέλας θα το πράξει και δεν μπορεί διαφορετικά να αντέξει οικονομικά δικηγόρο.
Το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει ακόμη ανταποκριθεί στο αίτημα του Μαδούρο να επαναφερθεί η άδεια.
Ο Μαδούρο, ο οποίος κρατείται σε κέντρο κράτησης στη Νέα Υόρκη ενόψει της δίκης του, έχει προγραμματισμένη επιστροφή στο ομοσπονδιακό δικαστήριο για ακροαματική διαδικασία στις 17 Μαρτίου.


