Από την παρατεταμένη φθορά και τις αδιέξοδες στρατηγικές έως τις γεωπολιτικές ανατροπές που θα διαμορφώσουν το μέλλον της Ευρώπης
Ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται πλέον στο πέμπτο έτος του, σηματοδοτώντας μία από τις πιο παρατεταμένες και αιματηρές συγκρούσεις στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στις 24 Φεβρουαρίου 2022 η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε έναν πόλεμο φθοράς με τεράστιο ανθρώπινο, οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος, χωρίς ακόμη να διαφαίνεται μια ξεκάθαρη διέξοδος.
Η απόφαση του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν να εξαπολύσει πλήρους κλίμακας εισβολή είχε ως αρχικό στόχο την ταχεία κατάληψη της ουκρανικής πρωτεύουσας και την ανατροπή της κυβέρνησης στο Κίεβο. Ωστόσο, η επιχείρηση απέτυχε να πετύχει τον βασικό της σκοπό, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να καταλάβουν κρίσιμες πόλεις όπως το Κίεβο και το Χάρκοβο. Παράλληλα, η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να ελέγξει πλήρως τις περιοχές που ανακοίνωσε ότι προσάρτησε το 2022, γεγονός που υπογραμμίζει το στρατηγικό αδιέξοδο. Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι διατήρησε την υποστήριξη των δυτικών συμμάχων, επιμένοντας στην ανάγκη διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μια εξαντλητική σύγκρουση φθοράς. Η Ρωσία ελέγχει περίπου το ένα πέμπτο της ουκρανικής επικράτειας, ενώ οι γραμμές του μετώπου μεταβάλλονται αργά και με υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο πλευρές, με τις συνολικές ρωσικές απώλειες να ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο και τις ουκρανικές να κυμαίνονται μεταξύ 500.000 και 600.000.
Η επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025 άλλαξε τη δυναμική των διεθνών προσπαθειών, με άμεσες επαφές με τη Μόσχα και πιέσεις προς το Κίεβο για διαπραγματεύσεις. Οι συνομιλίες σε διάφορα διεθνή φόρα, από το Αμπού Ντάμπι έως τη Γενεύη, δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε συμφωνία, κυρίως λόγω της ρωσικής απαίτησης για ουκρανική αποχώρηση από το Ντονμπάς. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η εισβολή είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδίωκε το Κρεμλίνο. Αντί να περιοριστεί η επέκταση της Δύσης, η Ευρώπη συσπειρώθηκε, ενώ η NATO ενισχύθηκε με την ένταξη νέων μελών και την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Οι δυτικές χώρες έχουν διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία, ενώ συζητούνται και μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ασφάλειας.
Ταυτόχρονα, η Ρωσία έχει μετατρέψει την οικονομία της σε οικονομία πολέμου, αυξάνοντας σημαντικά τις στρατιωτικές δαπάνες. Σύμφωνα με αναλύσεις του International Institute for Strategic Studies, η Μόσχα δαπανά ποσοστό του ΑΕΠ της για άμυνα πολύ υψηλότερο από τις περισσότερες δυτικές χώρες, γεγονός που της επιτρέπει να διατηρεί υψηλή ένταση επιχειρήσεων παρά τις απώλειες. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η Ρωσία εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τον πόλεμο και το 2026, παρά τις οικονομικές πιέσεις και την επιβράδυνση της ανάπτυξης. Παράλληλα, η ανάπτυξη νέων πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια της Ευρώπης, καθώς η απειλή επεκτείνεται πέρα από τα ουκρανικά σύνορα.
Καθώς η σύγκρουση μπαίνει στο πέμπτο έτος, αναλυτές περιγράφουν τρία βασικά πιθανά σενάρια.
–Σενάριο πρώτο: Παρατεταμένο αδιέξοδο: Ο πόλεμος συνεχίζεται χωρίς καμία πλευρά να καταφέρνει ένα αποφασιστικό πλήγμα και με τις διαπραγματεύσεις να σημειώνουν μικρή πρόοδο. Ο απόστρατος στρατηγός της αμερικανικής αεροπορίας Φίλιπ Μπρίντλοβ, πρώην ανώτατος συμμαχικός διοικητής του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, σχολίασε στο Fox ότι η Μόσχα δεν κερδίζει παρά τον εδαφικό της έλεγχο: «Δεν υπάρχει νικητής αυτή τη στιγμή». «Η Ρωσία, υποτίθεται μια παγκόσμια υπερδύναμη με έναν από τους πιθανώς τρεις κορυφαίους στρατούς στον κόσμο και μία από τις τέσσερις κορυφαίες αεροπορίες, σε 12 χρόνια έχει κερδίσει περίπου το 20% της Ουκρανίας. Και έχει χάσει, ας πούμε, πάνω από 1,2 εκατ. στη σύγκρουση μέχρι τώρα. Είναι μια σύγκρουση που η Ουκρανία προσπαθεί σκληρά να διαχειριστεί. Είναι επίσης μια σύγκρουση που η Ρωσία δεν κερδίζει, το επαναλαμβάνω, δεν κερδίζει» είπε.
–Σενάριο δεύτερο: Η ουκρανική δυναμική αναδιαμορφώνει τη διπλωματία: Οι πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο της μάχης υποδηλώνουν μια άλλη πιθανότητα. Ο Mπρίντλοβ επισήμανε τα ουκρανικά κέρδη έπειτα από διαταραχές στα ρωσικά συστήματα διοίκησης και ελέγχου. «Τις τελευταίες τρεις ή τέσσερις ημέρες, λόγω της απώλειας του συστήματος διοίκησης και ελέγχου Starlink, η Ουκρανία εξαπέλυσε επίθεση και ανέκτησε σε τρεις ημέρες μήνες ρωσικών κερδών, με τριπλή προώθηση, εκατοντάδες τετραγωνικά μίλια ανακτήθηκαν και η Ρωσία υποχωρεί σε αρκετά σημεία αυτή τη στιγμή». Η Κάρι Φιλιπέτι, εκτελεστική διευθύντρια του Vandenberg Coalition, είπε ότι τέτοιες πρόοδοι θα μπορούσαν να αλλάξουν τη διαπραγματευτική ισχύ στο τραπέζι των συνομιλιών. «Οι πρόσφατες προελάσεις της Ουκρανίας για την ανακατάληψη εδαφών είναι ακόμη ένα σημάδι ότι η πολεμική μηχανή του Πούτιν συνεχίζει να ατροφεί καθώς ο κόσμος σηματοδοτεί το τέταρτο έτος της πλήρους κλίμακας εισβολής της Ρωσίας. Οι τελευταίες εδαφικές απώλειες της Ρωσίας δείχνουν ότι, μακριά από το να είναι ανίκητος, ο Πούτιν και ο στρατός του αρχίζουν να βιώνουν πραγματικές αποτυχίες σε επίπεδο ικανότητας και πόρων».
Πρόσθεσε ότι η δυναμική έχει σημασία. «Οχι μόνο αυτή είναι η πιο σημαντική ουκρανική προέλαση στο πεδίο της μάχης εδώ και περισσότερα από δύο χρόνια, η σημασία της μπορεί να γίνει αισθητή ακόμη πιο συγκεκριμένα στο διπλωματικό τραπέζι. Η εξεύρεση μιας διαρκούς και δίκαιης ειρηνευτικής συμφωνίας μέσω διαπραγμάτευσης συχνά αφορά τη δυναμική – και αυτή τη στιγμή οι Ουκρανοί την έχουν». Αν διατηρηθούν, τέτοια κέρδη θα μπορούσαν να αλλάξουν τους υπολογισμούς της Μόσχας και να δώσουν στο Κίεβο ισχυρότερη θέση στις διαπραγματεύσεις, εφόσον η Ουκρανία έχει ισχυρή υποστήριξη από τις ΗΠΑ
–Σενάριο τρίτο: Κλιμάκωση ή δυτική κόπωση: Ο τρίτος δρόμος ανησυχεί ορισμένους δυτικούς στρατηγικούς αναλυτές: ότι η ασυνεπής υποστήριξη θα μπορούσε να παρατείνει ή να γείρει τη σύγκρουση υπέρ της Ρωσίας. Η Χίδερ Νόερτ, που υπηρέτησε ως εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ από το 2017 έως το 2019, παρουσίασε τον πόλεμο ως κάτι περισσότερο από μια εδαφική διαμάχη. «Καθώς μπαίνουμε τώρα στο πέμπτο έτος του πολέμου του Πούτιν στην Ουκρανία, θυμόμαστε ότι αυτή η σύγκρουση δεν ήταν ποτέ μόνο για το έδαφος – αφορά την ταυτότητα, την πίστη και το μέλλον ενός ελεύθερου έθνους.
Η Ρωσία έχει καταστρέψει περισσότερες από 600 εκκλησίες, έχει διώξει εκατομμύρια Ουκρανούς χριστιανούς υπό κατοχή και έχει απαγάγει περισσότερα από 19.000 παιδιά σε μια προσπάθεια να σπάσει το ηθικό της Ουκρανίας. Η προσπάθεια του προέδρου Τραμπ για διαρκή ειρήνη πρέπει να στηρίζεται στη δύναμη και τη λογοδοσία – μια ειρήνη που προστατεύει αθώες ζωές, υπερασπίζεται τη θρησκευτική ελευθερία και φέρνει πίσω τα κλεμμένα παιδιά».
Παρά τις συνεχείς διπλωματικές προσπάθειες, μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία φαίνεται ακόμη μακριά. Η Ρωσία επιμένει σε όρους που το Κίεβο θεωρεί απαράδεκτους, ενώ η Ουκρανία δηλώνει ότι δεν μπορεί να αποδεχτεί απώλεια εδαφών χωρίς ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας. Η έκβαση θα εξαρτηθεί από την αντοχή των δύο πλευρών, τη στάση της Δύσης και τη δυνατότητα της διεθνούς κοινότητας να διαμορφώσει ένα βιώσιμο πλαίσιο ειρήνης.


