Ο Αμερικανός καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Τζον Μίρσχαϊμερ ασκεί σφοδρή κριτική στον Τραμπ, θεωρώντας ότι «δεν μπορούμε να νικήσουμε»
Ανά την Ιστορία πολλοί πόλεμοι ξέσπασαν γιατί πίσω από αυτούς υπήρχε κάποιο ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο. Υπήρξαν όμως και αρκετοί που άρχισαν από ένα «ατύχημα», από ένα μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας επεισόδιο, το οποίο ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει όλο εκείνο το «εύφλεκτο υλικό» που συσσωρεύονταν πολλές φορές για χρόνια ολόκληρα σε μια συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη.
- Από τον Γιώργο Τραπεζιώτη
Ο επιθετικός, όσο όμως και παράνομος βάσει του Διεθνούς Δικαίου, πόλεμος που διεξάγουν εναντίον του Ιράν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ φαίνεται πως ανήκει σε μια νέα κατηγορία, με έντονα γκροτέσκα χαρακτηριστικά: Σε εκείνη των πολέμων που αρχίζουν από μια… αίσθηση.
Από τις 28 Φεβρουαρίου 2026 η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις που πυροδότησε στη Μέση Ανατολή το «feeling» του Ντόναλντ Τραμπ, εκείνη η εσωτερική του πεποίθηση δηλαδή ότι «το Ιράν επρόκειτο να χτυπήσει πρώτο». Μια αίσθηση που οδήγησε τελικά τον Αμερικανό πρόεδρο να ανάψει το πράσινο φως για από κοινού στρατιωτικές επιχειρήσεις με το Ισραήλ για χτυπήματα εναντίον του καθεστώτος της Τεχεράνης.
Δεκαεπτά μέρες μετά και με δεδομένο το γεγονός πως οι Ισραηλινοί με την αμέριστη υποστήριξη των ΗΠΑ έχουν καταφέρει σοβαρά πλήγματα σε στρατιωτικούς και άλλους στόχους στο Ιράν, ενώ η Τεχεράνη, από την πλευρά της, ανταποδίδει τα χτυπήματα επιχειρώντας εναντίον του Ισραήλ και των συμμάχων της Δύσης στην περιοχή, η κατάσταση μοιάζει αδιέξοδη.
Ο Τζον Μίρσχαϊμερ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, σε πρόσφατη συνέντευξή του δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνειών: «Τι μήνυμα στέλνουμε (σ.σ.: ως ΗΠΑ); Στέλνουμε το μήνυμα ότι είμαστε μια ομάδα ανόητων. Ξεκινήσαμε έναν πόλεμο. Δεν μπορούμε να νικήσουμε». Προφανώς ο καθηγητής, ούτε ακτιβιστής υπέρ της ειρήνης είναι ούτε έκρυψε ποτέ το γεγονός πως δεν έχει ηθικές αντιρρήσεις για τη χρήση στρατιωτικής βίας, αρκεί αυτή να υπηρετεί σαφείς στόχους και έναν συγκεκριμένο στρατηγικό σχεδιασμό. Κάτι που όμως στην περίπτωση της «σταυροφορίας Τραμπ» δεν φαίνεται να υπάρχει.
Ο αρχικός στόχος της εκστρατείας -η πολυδιαφημισμένη αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη- έχει αποδειχτεί ανέφικτος. Γεγονός που έκανε ακόμη και τους «Financial Times» να κρίνουν αμείλικτα την Ουάσινγκτον: «Οι ΗΠΑ εισήλθαν στη σύγκρουση χωρίς σαφείς στόχους, χωρίς τις απαραίτητες δυνάμεις και χωρίς κανένα σχέδιο για την επόμενη μέρα». Ο Μίρσχαϊμερ σε όλες αυτές τις αιτιάσεις πρόσθεσε απλώς το «τεχνικό» υπόβαθρο: το Ιράν «δεν χρειάζεται ναυτικό, το μόνο που χρειάζεται είναι πύραυλοι και κυρίως φθηνά drones για να στοχεύει όποιον θέλει». Κι έτσι, παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου και παρά τους στόχους που επλήγησαν επί ιρανικού εδάφους, ο πόλεμος παρατείνεται.
Ο Αμερικανός καθηγητής όμως δεν περιορίστηκε μόνο στην τακτική αποτυχία. Αναφέρθηκε και σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. «Το Ισραήλ έχει γίνει ένα… άλμπατρος στον λαιμό της Αμερικής» είπε. «Και μια μεγάλη δύναμη (σ.σ.: όπως οι ΗΠΑ) δεν πρέπει να επιτρέπει σε μια μικρότερη να διαμορφώνει την ευρύτερη στρατηγική της». Και έγινε ακόμα πιο σαφής καταλήγοντας σε μια διαπίστωση. «Αυτή η σύγκρουση διαβρώνει σοβαρά την ικανότητά μας να περιορίσουμε την Κίνα στην ανατολική Ασία. Αποσύρουμε τα THAAD και τους πυραύλους Patriot από τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία» υπογράμμισε.
Τελικά, αν τα συνυπολογίσει κανείς όλα αυτά μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι ΗΠΑ εμφανίζουν εικόνα «κατεστραμμένης υπερδύναμης»; Σίγουρα όχι. Αυτό όμως δεν ακυρώνει την εικόνα μιας υπερδύναμης που δείχνει να έχει χάσει την ικανότητα να σκέφτεται και ταυτόχρονα να παίζει σε πολλαπλά ταμπλό, αποκλείοντας συγχρόνως από το «παιχνίδι» ή έστω περιορίζοντας σημαντικά τους άλλους μεγάλους παίκτες.
Σύμφωνα με τον Μίρσχαϊμερ, αυτά που καθορίζουν διαχρονικά τα γεγονότα είναι η δύναμη, η ισχύς και το ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν παύουν ποτέ να ανταγωνίζονται γι’ αυτήν, επειδή ακριβώς η ίδια η δομή του κόσμου δεν τους αφήνει άλλη επιλογή. Αυτό που δεν είχε προβλέψει ο Αμερικανός καθηγητής, ήταν η πιθανότητα κάποια στιγμή η ισχυρότερη δύναμη στην Ιστορία της ανθρωπότητας να αποφασίσει να παίξει με λιγότερα πιόνια σε λιγότερα ταμπλό. Το χειρότερο απ’ όλα; Δίχως να έχει αποφασίσει ποια παρτίδα θέλει πραγματικά να κερδίσει.
Οι «αόρατοι» παρατηρητές της σύγκρουσης Ρωσία και Κίνα
Στις 12 Μαρτίου το Stars and Stripes είχε αναφέρει ότι πολλοί εκτοξευτές του αντιπυραυλικού συστήματος THAAD μεταφέρθηκαν από τη Νότια Κορέα προς τη Μέση Ανατολή για να καλύψουν τις εκεί νέες επιχειρησιακές ανάγκες. Με το γεγονός να προκαλεί ανησυχία στη Σεούλ και λόγω των βόρειων γειτόνων της, αλλά κυρίως λόγω των γειτόνων της στα δυτικά.
Και κάπου εδώ στην εξίσωση μπαίνει και το Πεκίνο κι όχι απαραίτητα ως «ενεργός παίκτης», αλλά ως προσεκτικός παρατηρητής των εξελίξεων. Η Κίνα έσπευσε να καταδικάσει ρητορικά την επίθεση στο Ιράν, πρότεινε διαμεσολάβηση για τον τερματισμό της σύγκρουσης, απομάκρυνε χιλιάδες πολίτες της από το ιρανικό έδαφος, αλλά… ως εκεί. Μόνο που οι «έως εκεί» κινήσεις της δεν αποτελούν δείγμα αδράνειας κι αυτό το επισημαίνουν ήδη οι αναλυτές.

Το Πεκίνο τον καιρό αυτό που μαίνεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει όλο τον χρόνο να παρακολουθήσει από επιχειρησιακή απόσταση ασφάλειας πώς αποδίδουν «στο πεδίο» ακριβώς όλα εκείνα τα αμερικανικά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, συστήματα που πιθανώς θα αποτελούσαν και τον κορμό της αμερικανικής αντίδρασης σε ένα σενάριο έντασης στην Ταϊβάν ή αλλού. Ταυτόχρονα, επίσης, μελετά και τους ρυθμούς κατανάλωσής τους σε συνθήκες πολέμου, τα τρωτά τους σημεία που ενδεχομένως δεν γνώριζε, αλλά και τις καθυστερήσεις στην αναπλήρωσή τους.
Την ίδια στιγμή και ο έτερος μεγάλος παίκτης, η Ρωσία, έχει διαλέξει έναν ρόλο πιο απλό κι ενδεχομένως πιο ωφέλιμο. Αφού έχασε διαδοχικά τον Ασαντ, τον Μαδούρο και τον Χαμενεΐ ως πολιτικά, οικονομικά και γεωπολιτικά στηρίγματα, αντί να αντιδράσει με πιο «παραδοσιακούς τρόπους», επέλεξε την… αριθμητική: η τιμή του πετρελαίου εκτινάχτηκε και θα ανέβει κι άλλο όσο συνεχίζεται το θρίλερ στα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που βάζει ξανά στην ενεργειακή σκακιέρα τη ρωσική ενέργεια και αποφέρει ουρανοκατέβατα έσοδα στα ταμεία της Μόσχας. Και αν η ενέργεια λειτουργήσει και ως το «κλειδί» για την αναθέρμανση των σχέσεών της με άλλες χώρες που της είχαν γυρίσει διπλωματικά την πλάτη λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, τότε το κέρδος θα είναι πολλαπλάσιο.


