Μια εξαιρετικά επικίνδυνη τροπή για τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας λαμβάνει η συζήτηση στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς το Βερολίνο επαναφέρει μετ’ επιτάσεως την κατάργηση της αρχής της ομοφωνίας. Όπως αποκαλύπτει το ρεπορτάζ της Deutsche Welle και του Κώστα Αργυρού, η Γερμανία, δια στόματος του Υπουργού Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ, πιέζει ασφυκτικά για τη μετάβαση σε ένα σύστημα «ειδικών πλειοψηφιών» στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων που αφορούν την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια.
Για την Ελλάδα με το περιορισμένο εύρος επιρροής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτό δεν θα είναι τίποτα λιγότερο από έναν διπλωματικό εφιάλτη. Η κατάργηση της ομοφωνίας σημαίνει πρακτικά τη γέννηση ενός ευρωπαϊκού «διευθυντηρίου», όπου οι ισχυροί παίκτες θα επιβάλλουν τη βούλησή τους, παρακάμπτοντας πλήρως τις ενστάσεις των μικρότερων κρατών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αμείλικτο: Τι θα συμβεί αν αυτό το νέο σύστημα πλειοψηφίας χρησιμοποιηθεί για να καμφθεί η ελληνική αντίσταση στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας; Αν το δικαίωμα του βέτο αφαιρεθεί, η Αθήνα κινδυνεύει να βρεθεί θεατής σε αποφάσεις που θίγουν τον πυρήνα της εθνικής της κυριαρχίας, χωρίς κανένα εργαλείο ανάσχεσης.
Ο Γιόχαν Βάντεφουλ είναι ξεκάθαρος στις προθέσεις του, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Για να είμαστε ένας διεθνώς ικανός παράγοντας, για να ενηλικιωθούμε πραγματικά, θα πρέπει να καταργήσουμε την αρχή της ομοφωνίας στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας στην ΕΕ πριν από το τέλος αυτής της νομοθετικής περιόδου». Ο Γερμανός πολιτικός συμπληρώνει μάλιστα πως: «Είμαι υπέρ της συνεργασίας με ένα σύστημα ειδικής πλειοψηφίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλη η εμπειρία που έχουμε αποκτήσει τις τελευταίες εβδομάδες με τη βοήθεια προς την Ουκρανία και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας ενισχύει αυτή τη θέση».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ, ο οποίος σπεύδει να στηρίξει τη γερμανική ηγεμονία, υποστηρίζοντας: «Σε αυτούς τους γεωπολιτικά ταραγμένους καιρούς, χρειαζόμαστε επειγόντως μια Ευρώπη ικανή να αναλάβει δράση. Μια Ευρώπη στην οποία οι πιο αργοί ρυθμοί ή τα μεμονωμένα κράτη μπορούν να μπλοκάρουν τα πάντα με το βέτο τους θα γίνει πιόνι του Τραμπ, του Πούτιν και του Σι Τζινπίνγκ». Ο Βέμπερ δεν διστάζει να καλέσει τη Γερμανία να ηγηθεί αυτής της αλλαγής, λέγοντας: «Είναι σωστό και απαραίτητο η Γερμανία να αναλάβει ηγετικό ρόλο εδώ και να αναλάβει την ευθύνη. Μόνο μαζί ως Ευρωπαίοι μπορούμε να επικρατήσουμε».
Ωστόσο, αυτή η «ευθύνη» που επικαλούνται οι Γερμανοί αξιωματούχοι, για την Ελλάδα μεταφράζεται σε πλήρη αποδυνάμωση. Η αρχή της «διπλής πλειοψηφίας» που προτείνεται —όπου απαιτείται το 55% των κρατών που αντιπροσωπεύουν το 65% του πληθυσμού— ευνοεί σκανδαλωδώς τις πολυπληθείς χώρες, μετατρέποντας τις μικρότερες σε κομπάρσους. Όπως εύστοχα επισημαίνεται στο ρεπορτάζ του Κώστα Αργυρού, «η εγκατάλειψη της αρχής της ομοφωνίας θα ήταν, εκτός των άλλων, και μια αλλαγή στον χαρακτήρα και τη λογική της ίδιας της ύπαρξης της ΕΕ».
Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει το περιθώριο της σιωπής. Οφείλει να διατυπώσει άμεσα και δημόσια την αντίθεσή της σε μια μεταρρύθμιση που ακυρώνει το ισχυρότερο όπλο προάσπισης των εθνικών μας συμφερόντων. Αν το «αγκάθι» της ομοφωνίας αφαιρεθεί, όπως επιδιώκει το Βερολίνο, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια Ευρώπη που δεν θα αναγνωρίζει πλέον την ισοτιμία των μελών της, αλλά θα λειτουργεί ως μια κλειστή λέσχη ισχυρών, ικανή να θυσιάσει εθνικές κόκκινες γραμμές στον βωμό της «γεωπολιτικής ταχύτητας». Το σενάριο μιας ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας που θα αποφασιστεί ερήμην της Αθήνας δεν είναι πια σενάριο για διπλωματική άσκηση, αλλά μια ορατή απειλή.



