Η εγκατάλειψη του κοινού γαλλογερμανικού σχεδίου για το ευρωπαϊκό μαχητικό 6ης γενιάς είναι ένα πολύ σοβαρό πλήγμα για Μακρόν και Μερτς
Μετά την ανακοίνωση από το Βερολίνο, τη Δευτέρα 8 Ιουνίου, για το τέλος του γαλλογερμανικού προγράμματος για το SCAF, το ευρωπαϊκό μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς, επικρατεί παραδόξως στη Γερμανία μια αισθητή ανακούφιση.
- Από τη Μαρία Δεναξά
«Σε πολιτικό επίπεδο το μήνυμα είναι καταστροφικό, αλλά στην ουσία αυτή η απόφαση είναι σωστή» συνοψίζει η περιφερειακή εφημερίδα «Donaukurier», χαιρετίζοντας μια «λύση… επιτέλους».
Επί της ουσίας, η εγκατάλειψη του κοινού γαλλογερμανικού σχεδίου είναι ένα πολύ σοβαρό πλήγμα για το Παρίσι και το Βερολίνο, που προωθούν περισσότερη ευρωπαϊκή κυριαρχία, αλλά δυσκολεύονται ξεκάθαρα να την υλοποιήσουν και να την εφαρμόσουν σε στρατιωτικό επίπεδο. Το πρόγραμμα για το SCAF, που ξεκίνησε το 2017 από τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και την καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ, στόχευε να αντικαταστήσει τα μαχητικά πέμπτης γενιάς Rafale και τα Eurofighter, που χρησιμοποιούνται αντίστοιχα από Γαλλία και Γερμανία.
Στο Βερολίνο επισημαίνεται με διπλωματικό τρόπο η έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων εταιριών, Dassault Aviation από τη γαλλική πλευρά και Airbus από τη γερμανική. Πιο άμεσα, όμως, η ευθύνη αποδίδεται στον επικεφαλής της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας Ερικ Τραπιέ. Εδώ και ενάμιση χρόνο απαιτούσε μεγαλύτερο ηγετικό ρόλο, ενώ είχε απειλήσει και ότι θα προχωρήσει μόνος του, σε τέτοιο βαθμό που η Γερμανική Ομοσπονδία Αεροναυπηγικών Βιομηχανιών και το ισχυρό συνδικάτο IG Metall το είδαν ως «πρόσκληση εγκατάλειψης της γερμανικής βιομηχανικής ανεξαρτησίας».
Από την επίσημη ανακοίνωση του τέλους του SCAF οι μαρτυρίες των Γερμανών αξιωματούχων φωτογραφίζουν τη γαλλική πλευρά για το ναυάγιο της συμφωνίας. Ο υπουργός Αμυνας Μπόρις Πιστόριους παραδέχτηκε την περασμένη Τρίτη ότι ήταν πολύ δύσκολο να συνεργαστούν οι Γερμανοί κατασκευαστές με την Dassault, ιδίως στο ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το οικονομικό περιοδικό «WirtschaftsWoche» θεωρεί ότι ο διευθύνων σύμβουλος της Dassault «δεν έδειχνε πλέον κανένα ενδιαφέρον για πραγματική συνεργασία με την Airbus», επειδή «τα καρνέ των παραγγελιών του είναι γεμάτα για αρκετά χρόνια» και επειδή «μια πιθανή νίκη της Εθνικής Συσπείρωσης, του κόμματος της Μαρίν Λεπέν, στις επόμενες προεδρικές εκλογές θα εκτροχίαζε έτσι κι αλλιώς το SCAF».
Αλλαξαν τα πάντα
Για τον Γερμανό ερευνητή Ελιας Ρίκερν, της δεξαμενής σκέψης DGAP, αν και ο επικεφαλής της Dassault «έχει σίγουρα ένα μερίδιο ευθύνης», «αυτό είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας». «Οι πολιτικές και αμυντικές διαφορές μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου επί του προγράμματος ήταν απλώς πολύ μεγάλες» εκτιμά. Για τον ερευνητή, ο πόλεμος στην Ουκρανία που ξέσπασε πέντε χρόνια μετά την έναρξη του σχεδιασμού του προγράμματος SCAF άλλαξε τα δεδομένα, ασκώντας μεγαλύτερη πίεση για γρήγορη παράδοση ενός νέου αεροσκάφους. Ομως το SCAF δεν θα ήταν διαθέσιμο πριν από το 2045, χωρίς να υπολογίζεται η γερμανική επιθυμία επανεξοπλισμού και για αμυντικές δαπάνες δισεκατομμυρίων.
«Η Γερμανία θέλει να θεωρείται ισότιμος εταίρος με τη Γαλλία» σημειώνει ο Ρίκερν. Από τη γαλλική πλευρά θεωρείται ότι ο Γερμανός καγκελάριος δεν υπερασπίστηκε επαρκώς το πρόγραμμα απέναντι στις εν λόγω αμυντικές βιομηχανίες. Μόνο η αντιπολίτευση των Πρασίνων συμμερίζεται αυτή την άποψη και θεωρεί ότι «όταν ο ιδιωτικός τομέας αντιστέκεται, οι πολιτικοί οφείλουν να πάρουν πρωτοβουλία και να επιβάλουν τις αποφάσεις». Ο Ελιας Ρίκερν υπενθυμίζει επίσης ότι «ο Γερμανός καγκελάριος έχει λιγότερη εξουσία από τον πρόεδρο στη Γαλλία». Στη Γερμανία ο καγκελάριος λειτουργεί μέσα σε ένα πιο συλλογικό και κοινοβουλευτικό σύστημα, που εξαρτάται από τον συνασπισμό κομμάτων.
Εκκρεμείς αποφάσεις
Ειδικοί, πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης στη Γερμανία θέτουν πλέον το ερώτημα της επόμενης μέρας και υπενθυμίζουν ότι το άλλο σκέλος του SCAF συνεχίζεται, δηλαδή η ανάπτυξη ενός κοινού συστήματος επικοινωνίας, που περιλαμβάνει cloud, ραντάρ, ακόμα και κινητήρες αεροσκαφών. Το Βερολίνο εξετάζει επίσης συμμετοχή στο πρόγραμμα κατασκευής μαχητικού αεροσκάφους που έχουν ξεκινήσει Βρετανοί, Ιάπωνες και Ιταλοί, ή συνεργασία με τη σουηδική Saab για την αντικατάσταση του Eurofighter.
Πριν από τέσσερις ημέρες κυκλοφόρησε μια τρίτη επιλογή, που αναφέρθηκε από τους «Financial Times», για πιθανή συνεργασία μεταξύ των γερμανικών βιομηχανιών Airbus, Hensoldt, Diehl, MTU, της ελβετικής Liebherr και του ευρωπαϊκού ομίλου MBDA. «Η Γερμανία πιθανότατα θα επιλέξει ένα άλλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα» σχολιάζει ο Ελιας Ρίνκερ. «Θα πρέπει τότε να δημοσιοποιήσει ξεκάθαρα τους στόχους της, διότι βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση από τους Ευρωπαίους εταίρους της, ενώ η αμυντική της επανασύσταση προκαλεί μερικές φορές δυσαρέσκεια».
Ζητήματα ηγεσίας, κατανομής εργασιών και αρχιτεκτονικής
Ο καγκελάριος έδωσε μια πρώτη απάντηση την περασμένη Τετάρτη, σε ομιλία του στο διεθνές σαλόνι αεροναυπηγικής του Βερολίνου. «Μαζί με τον πρόεδρο Μακρόν καταλήξαμε ότι οι διαφορές μεταξύ των εταιριών, κυρίως της Airbus και της Dassault, ήταν πολύ μεγάλες» δήλωσε ο Μερτς. «Δεν κατέστη δυνατό να συμφωνήσουμε σε κρίσιμα ζητήματα ηγεσίας, κατανομής εργασιών και αρχιτεκτονικής του μαχητικού. Γι’ αυτό η Γερμανία δεν θα συνεχίσει το πρόγραμμα στην τρέχουσα μορφή του». Ο καγκελάριος χαρακτήρισε την απόφαση «ρεαλιστική» και «απελευθερωτική» για τη γερμανική αεροναυπηγική βιομηχανία.
Ωστόσο, πριν από το διακυβερνητικό γαλλογερμανικό συμβούλιο του Ιουλίου ο Μερτς αναμένεται να επιβεβαιώσει τη συνέχιση της γαλλογερμανικής συνεργασίας, με το κοινό σχέδιο των δύο χωρών για το άρμα μάχης του μέλλοντος. Η αποτυχία του SCAF σε κάθε περίπτωση θα επηρεάσει τη σχέση Γαλλίας – Γερμανίας. Ηδη οι σχέσεις του Εμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς δεν είναι οι καλύτερες, ακόμα κι αν, όπως υπενθυμίζει ο ειδικός Κρίστιαν Μέλινγκ στο ZDF, «η γαλλογερμανική σχέση δεν περιορίζεται στην κατασκευή ενός κοινού μαχητικού». Και προσθέτει ότι «στο σημερινό πλαίσιο της γεωπολιτικής ανασφάλειας, δεν έχουμε την πολυτέλεια να δούμε αυτές τις δύο χώρες να διχάζονται».
