Τον λογαριασμό των ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών της πληρώνει πλέον η Γερμανία, η οποία, έπειτα από χρόνια αγκυλώσεων και εμμονής με το κοκτέιλ της δημοσιονομικής πειθαρχίας, που οδήγησε τελικά στην οικονομική καταστροφή τον ευρωπαϊκό Νότο, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πολιτική κατάσταση.
Η κάλπη έστειλε ακόμα ένα, διπλό αυτή τη φορά, ηχηρό μήνυμα προς το πολιτικό κατεστημένο: το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) υπέστη ιστορική πανωλεθρία, ο Φρίντριχ Μερτς βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς κρίσης αξιοπιστίας και οι δυνάμεις που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στην περιφέρεια (ή στο περιθώριο) του συστήματος καταλαμβάνουν πλέον κεντρικό ρόλο.
Οι κρατιδιακές εκλογές αποτυπώνουν τη βαθιά μεταβολή του πολιτικού σκηνικού και την αυξανόμενη αμφισβήτηση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας. Η συντριβή του CDU στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η ήττα του στο Βερολίνο και η ταυτόχρονη ενίσχυση του AfD και της Die Linke δείχνουν ότι το πολιτικό Κέντρο δυσκολεύεται πλέον να εκφράσει τη δυσαρέσκεια σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας, με το παλιό πολιτικό σκηνικό να γκρεμίζεται σε όλη την Ευρώπη.
Η περίπτωση του CDU είναι χαρακτηριστική. Με μόλις 4,9% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το κόμμα βρέθηκε πρώτη φορά στη μεταπολεμική Ιστορία του εκτός Κοινοβουλίου κρατιδίου, ενώ άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός πως αυτό συνέβη στην πρώην εκλογική περιφέρεια της Ανγκελα Μέρκελ. Πρόκειται όμως για ιστορική ήττα που δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στην αδυναμία των τοπικών υποψηφίων.
Το CDU φαίνεται να πλήρωσε κυρίως τη φθορά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και την απογοήτευση από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Εννέα στους δέκα ερωτηθέντες εμφανίζονταν δυσαρεστημένοι από τον κυβερνητικό συνασπισμό, ενώ το CDU δεν κατάφερε, σε αντίθεση με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), να αποσυνδέσει την τοπική του υποψηφιότητα από την κυβερνητική φθορά.
Η ήττα είναι επομένως και προσωπική για τον Φρίντριχ Μερτς, που επιμένει να παριστάνει τον… ανίδεο. Η επιλογή του δε να χαρακτηρίσει το αποτέλεσμα «καταστροφή» και να υπερασπιστεί την παραμονή του στην καρέκλα της εξουσίας δείχνουν ότι η εκλογική αποτυχία έχει μετατραπεί ανοιχτά πλέον σε ζήτημα ηγεσίας. Η συζήτηση για πιθανή αντικατάστασή του έχει ήδη ανοίξει, ενώ στο εσωτερικό του CDU αναζητείται τρόπος ανάκτησης της πολιτικής πρωτοβουλίας, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο.
Την ίδια στιγμή το AfD αναδεικνύεται στον σημαντικότερο κερδισμένο της κρίσης του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Με ποσοστό άνω του 38% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία υπερδιπλασίασε τη δύναμή του σε σχέση με το 2021 και κατέκτησε την πρώτη θέση. Η επιτυχία του δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, καθώς ενισχύθηκε μεταξύ εργατών, αυτοαπασχολουμένων και διαφορετικών ηλικιακών κατηγοριών, ενώ κινητοποίησε και μεγάλο αριθμό πολιτών που προηγουμένως απείχαν από την πολιτική κσι εκλογική διαδικασία.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το ότι το AfD δεν φαίνεται πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά στην «ψήφο διαμαρτυρίας». Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το 60% των ψηφοφόρων της Εναλλακτικής για τη Γερμανία δήλωσε ότι επέλεξε το κόμμα λόγω του προγράμματός του. Η κοινωνική ασφάλεια αποτέλεσε βασικό κριτήριο ψήφου, ενώ για το AfD είχε ιδιαίτερη βαρύτητα και το Μεταναστευτικό. Ωστόσο, η μετατόπιση είναι και προς την Αριστερά. Η Die Linke κέρδισε στο Βερολίνο, αξιοποιώντας κυρίως την κοινωνική δυσαρέσκεια γύρω από το κόστος στέγασης και την «οικονομική προσβασιμότητα».
Οσο για την απάντηση στο ερώτημα «ποιο ήταν τελικά το βαθύτερο μήνυμα των εκλογών;» Η κρίση της λαϊκής εκπροσώπησης και η απάντηση στα ερωτήματα-προβλήματά της είναι η απάντηση. Η οικονομική στασιμότητα, το δυσθεώρητο κόστος ζωής, η ενεργειακή ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η ανασφάλεια αποδυναμώνουν την εμπιστοσύνη στα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα, αποδεδειγμένα πια, με τρόπο καταστροφικό. Οσο για το τι πρόκειται να συμβεί στο εξής; Ενα είναι βέβαιο. Οι εξελίξεις -εν πρώτοις στη Γερμανία- θα τρέξουν πιθανότατα πιο άμεσα απ’ όσο περιμένει κανείς, ενώ και στην Ευρώπη σύντομα φαίνεται πως θα αλλάξουν οι ισορροπίες.
Αναμενόμενος ο θρίαμβος του AfD για το Κρεμλίνο
Τη δική του πραγματιστική ανάλυση του διπλού εκλογικού αποτελέσματος έδωσε χθες το Κρεμλίνο, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη θέση που κατέλαβε η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στις προχθεσινές εκλογές στο βορειοανατολικό γερμανικό κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας δεν πρέπει να αποτελεί σοκ, καθώς πρόκειται για μια απολύτως εξηγήσιμη πολιτικά εξέλιξη, που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο γεγονός ότι το Βερολίνο δεν αγοράζει πλέον φθηνό ρωσικό αέριο, αλλά αντί αυτού επιλέγει να αγοράζει πανάκριβα ενέργεια από τις ΗΠΑ.
Συγχρόνως, όπως παρατηρούσε η ρωσική πλευρά, το αποτέλεσμα της κάλπης δείχνει επίσης κάτι πιο σημαντικό. Το γεγονός πως πλέον ένα μέρος των Γερμανών πολιτών αναζητεί μια πραγματικά «εναλλακτική επιλογή» από την υφιστάμενη, αποτυχημένη και χρεοκοπημένη πολιτικά εξουσία ώστε να βελτιώσει την κατάστασή του.
«Διαπιστώνουμε ότι η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της γερμανικής οικονομίας εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι η Γερμανία έπαψε να αγοράζει φθηνό ρωσικό αέριο (σ.σ.: μετά τη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία το 2022) για να στραφεί προς το πολύ ακριβότερο φυσικό αέριο (…) που προέρχεται από άλλες χώρες, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες» δήλωσε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή στη Γερμανία.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ρωσική πλευρά δεν δίστασε να προσθέσει και το γεγονός πως ο νόμος τον οποίο υπέγραψε την περασμένη Παρασκευή ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή νέων σαρωτικών κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας δεν βοηθάει στην αποκατάσταση των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας, ούτε προωθεί μια ειρηνευτική διευθέτηση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ο οποίος κατ’ επέκταση θα έλυνε σειρά οικονομικών προβλημάτων, τα οποία καλούνται να πληρώσουν από την τσέπη τους οι απλοί πολίτες.
Παραίτηση του καγκελαρίου ζητεί σύσσωμος ο Τύπος
«Πολιτικό χάος», «βατερλό», «πανωλεθρία», «τίθεται ζήτημα καγκελαρίου». Ο γερμανικός Τύπος αποτύπωσε στα πρωτοσέλιδά του το σαρωτικό αλλά και καταστροφικό αποτέλεσμα των κρατιδιακών εκλογών για το κόμμμα των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και, κυρίως, για τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. Κοινός τόπος στα περισσότερα σχόλια είναι ότι η εκλογική αποτυχία εντείνει την εσωκομματική πίεση και επαναφέρει το ερώτημα της πολιτικής του επιβίωσης.
Το ARD και η Tagesschau εκτιμούν ότι η δημόσια παρέμβαση του Μερτς αμέσως μετά τις εκλογές αποκαλύπτει το μέγεθος της πίεσης που δέχεται. Η στρατηγική του, σύμφωνα με τα γερμανικά μέσα, είναι απλώς να κερδίσει πολιτικό χρόνο, ελπίζοντας ότι η οικονομία και οι επενδύσεις θα βελτιώσουν την εικόνα της κυβέρνησης. Το «Der Spiegel» είναι ακόμη πιο σαφές: «Τίθεται ζήτημα καγκελάριου». Παράλληλα, καλεί την κυβέρνηση να επικεντρωθεί στη διακυβέρνηση και προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη κρίση ηγεσίας θα ήταν καταστροφική για τη χώρα και την κυβέρνηση.
Η «Handelsblatt» θεωρεί τον ίδιο τον Μερτς τον πραγματικό ηττημένο, υποστηρίζοντας ότι ο μεγαλύτερος αντίπαλός του δεν είναι ούτε η AfD ούτε οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι, αλλά η πολιτική ακινησία. Η «Die Welt» μιλά για «θάνατο του αστικού κέντρου», ενώ η «Süddeutsche Zeitung» περιγράφει το CDU ως «σκιά του εαυτού του». Η «Tagesspiegel» και η «Bild» προειδοποιούν για ενίσχυση των άκρων και πιθανή εξέγερση της κομματικής βάσης.
Η «taz», τέλος, κάνει λόγο για ένα «λαϊκό κόμμα που αντικρίζει την άβυσσο». Ωστόσο, το RND επισημαίνει ότι η επιτυχία του SPD δείχνει πως η AfD δεν είναι ανίκητη. Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι η αποδυνάμωση του πολιτικού κέντρου, το οποίο χρειάζεται νέα πρόσωπα, νέο περιεχόμενο και, ενδεχομένως, μια νέα πολιτική έκφραση.
«Κονιορτοποιήσαμε το CDU»
«Κονιορτοποιήσαμε το CDU». Με αυτή τη χαρακτηριστική φράση οι επικεφαλής της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) Αλις Βάιντελ και Τίνο Χρούπαλα σχολίασαν τη νέα εκλογική επιτυχία του κόμματος στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, επιβεβαιώνοντας ότι το AfD εξελίσσεται πλέον σε κεντρικό παράγοντα του γερμανικού πολιτικού σκηνικού.
Ο Τίνο Χρούπαλα απέδωσε την άνοδο τοτ AfD στη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική, επικαλούμενος ως βασικές ανησυχίες την εσωτερική ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και την ειρήνη στην Ευρώπη, ενώ, παράλληλα, επιτέθηκε στο CDU, υποστηρίζοντας ότι έχει απομακρυνθεί από τις συντηρητικές αρχές του, τονίζοντας χαρακτηριστικά πως «δεν είναι πια συντηρητικό κόμμα, δεν ακολουθεί συντηρητικές πολιτικές». Από την πλευρά της, η Βάιντελ ζήτησε «συνέπειες» για τον Φρίντριχ Μερτς.
«Η ασθενής εμφάνιση του CDU στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία καθώς και στο Βερολίνο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο οφείλεται εν μέρει στην αντικατάστασή του από το AfD ως λαϊκό κόμμα. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αυτό σημαίνει ξεκάθαρα: Ο Φρίντριχ Μερτς πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Πρέπει να το κάνει για το κόμμα του και για τη Γερμανία (…) Οι ψηφοφόροι επιλέγουν σταθερά κέντρο και δεξιά». Πρόσθεσε με νόημα ότι το CDU θα μπορούσε εδώ και καιρό να είχε σχηματίσει κυβέρνηση με το AfD σε ομοσπονδιακό και κρατιδιακό επίπεδο. Ο κόσμος θέλει μια αλλαγή στην πολιτική και ο Φρίντριχ Μερτς πρέπει να βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματα.

