Η αντιφατική ατζέντα του Φρίντριχ Μερτς
Ο καγκελάριος της Γερμανίας, από τη μία, προσπαθεί να πείσει τους Γερμανούς ότι διαθέτει σχέδιο για την οικονομία και το κοινωνικό κράτος και, από την άλλη, προτείνει για τις χώρες της Ε.Ε. αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία
O Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δύσκολο πολιτικό στοίχημα. Να πείσει τους Γερμανούς ότι διαθέτει σχέδιο για την οικονομία και το κοινωνικό κράτος, χωρίς να χάσει τον έλεγχο ενός κυβερνητικού συνασπισμού που κλυδωνίζεται. Στο εσωτερικό υπόσχεται μεταρρυθμίσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις και καλύτερες προοπτικές για τις νεότερες γενιές.
Στο ευρωπαϊκό πεδίο, όμως, εμφανίζεται ως υπέρμαχος της συνταγής… Σόιμπλε για αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, απορρίπτοντας ως ανεπαρκείς ακόμη και συμβιβαστικές προτάσεις για τον επόμενο πολυετή Προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η αντίφαση αυτή αποτυπώνει το πολιτικό πρόβλημα του καγκελαρίου και μιας κυβέρνησης που θεωρείται από τις πλέον προβληματικές της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Από τη μία, επιχειρεί να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες κοινωνικές πιέσεις και να αναζωογονήσει μια οικονομία που δυσκολεύεται να βρει σταθερό αναπτυξιακό βηματισμό. Από την άλλη, επιμένει σε μια προσέγγιση που περιορίζει τα περιθώρια δημοσιονομικής επέκτασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμη κι όταν η ίδια η Ε.Ε. καλείται να χρηματοδοτήσει την άμυνα, την ανταγωνιστικότητα και τη βιομηχανική της ανασυγκρότηση.
Η κυβέρνηση του Μερτς προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την ατζέντα της, παρά τη σημαντική υποχώρηση της δημοτικότητάς της. Η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση (CDU/CSU) και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) συμφώνησαν, έπειτα από συνάντηση στην Καγκελαρία του Βερολίνου, να συνεχίσουν την προσπάθεια προώθησης των μεταρρυθμίσεων, δίνοντας έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη, στις ασφαλείς θέσεις εργασίας και την κοινωνική συνοχή. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν εξαφανίζει τις ουσιαστικές διαφωνίες των δύο κυβερνητικών εταίρων.
Το Συνταξιοδοτικό, η μακροχρόνια φροντίδα και η φορολογική πολιτική εξακολουθούν να αποτελούν πεδία αντιπαράθεσης, ενώ η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πείσει ότι μπορεί να μετατρέψει τις εξαγγελίες σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Ο Μερτς επιμένει ότι οι αλλαγές είναι αναγκαίες, ακόμη κι αν έχουν πολιτικό κόστος. Μιλώντας σε εκπροσώπους της επιχειρηματικής κοινότητας, ξεκαθάρισε ότι δεν επιδιώκει να γίνει δημοφιλής, αλλά να οδηγήσει τη χώρα σε μια πορεία που θα προσφέρει προοπτικές, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, την οποία ο καγκελάριος θεωρεί καθυστερημένη εδώ και δεκαετίες. Το σχέδιο προβλέπεται να κατατεθεί στο υπουργικό συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο έως το τέλος του 2026, με στόχο την έγκρισή του το 2027. Παράλληλα, ο Μερτς έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο προσωρινής αύξησης των συνταξιοδοτικών εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δημογραφικές πιέσεις.
Το εγχείρημα, ωστόσο, κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Η παραίτηση της υπουργού Εργασίας Μπέρμπελ Μπας, η οποία αποχώρησε και από τη θέση της συμπροέδρου του SPD, επιδείνωσε την ήδη εύθραυστη ισορροπία του συνασπισμού. Η αποχώρησή της, για προσωπικούς λόγους και υπό το βάρος έντονων πιέσεων, ανέδειξε τις εντάσεις γύρω από την κατεύθυνση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Η αντικατάστασή της από τον Αλεξάντερ Σβάιτσερ δεν εγγυάται ότι οι διαφωνίες θα ξεπεραστούν. Αντίθετα, ο νέος υπουργός καλείται να προωθήσει ένα σχέδιο για το οποίο έχει εκφράσει επιφυλάξεις, ιδίως ως προς τον περιορισμό της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης ύστερα από 45 χρόνια εργασίας.
Περικοπές
Η στάση του Μερτς αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ο ίδιος ζητά ταυτόχρονα ισχυρότερη ευρωπαϊκή προστασία της βιομηχανίας απέναντι στον κινεζικό ανταγωνισμό. Το Βερολίνο προωθεί την εξέταση ποσοτικών περιορισμών στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, με έμφαση στα χημικά, στα μηχανήματα και ενδεχομένως στα φαρμακευτικά προϊόντα.
Η πρωτοβουλία συνδέεται με τις ανησυχίες για την αύξηση των κινεζικών εξαγωγών, τις κρατικές επιδοτήσεις και τις εμπορικές ανισορροπίες που πιέζουν την ευρωπαϊκή μεταποίηση. Η γερμανική προσέγγιση σηματοδοτεί μετατόπιση από την παραδοσιακά πιο επιφυλακτική στάση του Βερολίνου απέναντι στο Πεκίνο, καθώς η εξαγωγική γερμανική οικονομία έχει ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με την κινεζική αγορά. Η αυξανόμενη πίεση από τις βιομηχανίες, ωστόσο, ωθεί την κυβέρνηση σε μια πιο αυστηρή γραμμή.
Η επιμονή του καγκελαρίου στη δημοσιονομική πειθαρχία εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική του θέση αποδυναμώνεται. Οι πρόσφατες εκλογικές ήττες σε κρατίδια και η ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) έχουν εντείνει την πίεση προς την κυβέρνηση. Οι εσωτερικές τριβές, η αβεβαιότητα γύρω από το κοινωνικό κράτος και η δυσκολία εξεύρεσης συμβιβασμών τροφοδοτούν την εικόνα μιας κυβέρνησης που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών.
Ο Μερτς επιμένει ότι οι δύσκολες αποφάσεις μπορούν να αποδώσουν μακροπρόθεσμα, ακόμη κι αν προκαλούν βραχυπρόθεσμη δυσαρέσκεια. Για τον Μερτς, η πρόκληση είναι διπλή. Πρέπει να πείσει τους Γερμανούς ότι οι μεταρρυθμίσεις του θα βελτιώσουν τις προοπτικές της χώρας, ενώ παράλληλα οφείλει να εξηγήσει πώς η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό, θα ενισχύσει την άμυνά της και θα στηρίξει την ανάπτυξη με λιγότερους διαθέσιμους πόρους.
Εξι στο μέτωπο των «φειδωλών»
Την ώρα που στο εσωτερικό ο Μερτς υπόσχεται μεταρρυθμίσεις, στις Βρυξέλλες επιμένει ότι ο επόμενος Προϋπολογισμός της Ε.Ε. πρέπει να παραμείνει οικονομικά βιώσιμος για τα κράτη που συνεισφέρουν τα περισσότερα χρήματα. Η διαπραγμάτευση αφορά το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2028-2034, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να έχει προτείνει έναν προϋπολογισμό που προσεγγίζει τα δύο τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές.
Στην προσπάθεια να γεφυρωθούν οι διαφορές, η ιρλανδική προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. παρουσίασε συμβιβαστική πρόταση που προέβλεπε περικοπή περίπου 8%, δηλαδή 159 δισ. ευρώ, από την αρχική πρόταση. Το σχέδιο, ωστόσο, δεν ικανοποίησε τη Γερμανία και τους συμμάχους της. Το Βερολίνο, μαζί με τη Σουηδία, τη Δανία, την Ολλανδία, τη Φινλανδία και την Αυστρία, υποστηρίζει ότι απαιτείται αυστηρότερη συγκράτηση των δαπανών. Οι έξι χώρες, που συγκροτούν τον πυρήνα του στρατοπέδου των δημοσιονομικά «φειδωλών», συνεισφέρουν συνολικά περίπου το 40% του ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού.
Για τη Γερμανία, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο χρηματοδότη της Ε.Ε. και καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο των σχετικών δαπανών, το ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος του Προϋπολογισμού, αλλά και η κατανομή των κονδυλίων. Ο Μερτς δεν θεωρεί ότι η ιρλανδική πρόταση προσφέρει επαρκή βάση για συμφωνία, επιμένοντας ότι η χρηματοδότηση της Ενωσης πρέπει να ανταποκρίνεται στις δυνατότητες των κρατών-μελών.
Απέναντι στους «φειδωλούς» βρίσκονται 17 χώρες του Νότου και της Ανατολής, οι οποίες υπερασπίζονται τις πολιτικές συνοχής και τις αγροτικές ενισχύσεις. Η ιρλανδική συμβιβαστική πρόταση επιχείρησε να διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τα κονδύλια της κοινής αγροτικής πολιτικής και των περιφερειακών επιδοτήσεων, μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος του βάρους των περικοπών σε άλλους τομείς. Αυτή ακριβώς η επιλογή προκάλεσε την αντίδραση του Βερολίνου και των συμμάχων του.
Κατά την άποψή τους, η προστασία των παραδοσιακών επιδοτήσεων κινδυνεύει να περιορίσει τους πόρους που χρειάζονται για την άμυνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Η αντιπαράθεση, επομένως, αφορά και το ποια Ευρώπη θέλουν τα κράτη-μέλη: μια Ενωση που διατηρεί τις υφιστάμενες πολιτικές αναδιανομής ή μια Ενωση που μεταφέρει περισσότερους πόρους σε νέες στρατηγικές προτεραιότητες;

