Με αφορμή τον ρόλο της στο «Δέντρο που ματώνει», η Αντιγόνη Κουλουκάκου μιλά για τη βία που φωλιάζει μέσα στις κλειστές κοινωνίες, τη σιωπή που γίνεται συνενοχή και το θέατρο που τολμά να ανοίγει δύσκολες συζητήσεις, εκεί όπου οι απαντήσεις δεν είναι ποτέ απλές
Σε έναν τόπο που η γη είναι ξερή και οι άνθρωποι έχουν μάθει να σωπαίνουν, το «Δέντρο που ματώνει» του Angus Cerini υψώνεται σαν μια βίαιη, ποιητική εξομολόγηση. Μια μητέρα και οι δύο κόρες της, έπειτα από χρόνια σωματικής και ψυχικής κακοποίησης, σκοτώνουν τον σύζυγο και πατέρα.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Οχι ως λύτρωση, αλλά ως ύστατη πράξη επιβίωσης. Το έργο ξετυλίγεται στις τρεις ημέρες που ακολουθούν τον φόνο, όταν οι ηρωίδες καλούνται να ζήσουν με τις συνέπειες της επιλογής τους, δοκιμάζοντας για πρώτη φορά το οδυνηρό και εύθραυστο αίσθημα της ελευθερίας.
Η παράσταση εντάσσεται στο φιλόδοξο εγχείρημα του θεάτρου Αγγέλων Βήμα να αφουγκραστεί την ψυχή της σύγχρονης Αυστραλίας, παρουσιάζοντας στην 21η θεατρική του περίοδο έξι βραβευμένα έργα Αυστραλών συγγραφέων διεθνούς ακτινοβολίας, πλαισιωμένα από ένα ελληνικό έργο για τους Ελληνες μετανάστες στο Σίδνεϊ της δεκαετίας του ’60.
Με αφορμή το «Δέντρο που ματώνει» και τον ρόλο της μητέρας που ερμηνεύει καθηλωτικά, η Αντιγόνη Κουλουκάκου μιλά στο «ENJOY» με ειλικρίνεια για το έργο, για τη βία, τη σιωπή και τη δύναμη του θεάτρου να θέτει ερωτήματα στα οποία δεν χωρούν εύκολες απαντήσεις.
Γιατί είπατε το «ναι» στο «Δέντρο που ματώνει»; Τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε όταν το διαβάσατε πρώτη φορά;
Αισθάνθηκα ότι ήμουν έτοιμη να έρθω αντιμέτωπη με έναν τέτοιο ρόλο. Είχε έρθει την κατάλληλη στιγμή για εμένα. Κάνοντας ένα διάλειμμα από την τηλεόραση, ήθελα να αφοσιωθώ σε κάτι κυνικό, ρεαλιστικό, σκληρό και που, δυστυχώς, αντικατοπτρίζει ένα μεγάλο κοινωνικό θέμα της Ευρώπης.
Το έργο ξεκινά από μια πράξη ακραίας δικαιοσύνης. Για εσάς, πρόκειται για εκδίκηση ή πράξη επιβίωσης;
Σίγουρα το δεύτερο. Από την άλλη, μελετώντας τον ρόλο και το κείμενο ήδη από τις πρώτες αναγνώσεις, σε ένα πρώτο επίπεδο υπάρχει διακριτά η εκδίκηση. Τελικά, όμως, αυτό δεν είναι το ζητούμενο – τουλάχιστον όχι από τη μητέρα. Από το υπόλοιπο χωριό, όπως βλέπουμε και στο έργο, ναι. Η μητέρα, όπως και οι κόρες, θέλουν να ζήσουν, να ξεφύγουν, να επιβιώσουν, να ανθήσουν.
Η μικρή κοινωνία της ιστορίας «ξέρει», αλλά επιλέγει να σιωπά. Πόσο διαχρονικό είναι αυτό το μοτίβο;
Είναι και το βλέπουμε καθημερινά σε πολύ μικρότερης κλίμακας εγκλήματα. Δεν σιωπά, απλώς κάνει πως δεν ξέρει, πως δεν συμβαίνει. Αυτό είναι το χειρότερο για εμένα. Είναι άλλο να το αναγνωρίζεις και να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Δηλαδή ίσως να μην έχεις τη λύση, αλλά, αν είσαι πρόθυμος να σταθείς και να συμπαρασταθείς σε ανθρώπους που δυσκολεύονται, πονάνε, αντιμετωπίζουν βία οποιασδήποτε μορφής, τότε οι ίδιοι οι άνθρωποι θα βρουν τη δύναμη και τη λύση στο θέμα τους. Γιατί τότε και μόνο τότε θα λειτουργούμε σαν κοινωνία και θα μπορούμε να προστατεύουμε τον συνάνθρωπό μας και ταυτόχρονα να αποτρέπουμε τη βία, να την προλαμβάνουμε. Με αγάπη, κατανόηση και αλληλεγγύη.
Πιστεύετε ότι οι κοινωνίες συχνά προστατεύουν τον θύτη περισσότερο από το θύμα;
Οχι ακριβώς, αν και πολλές φορές το αποτέλεσμα καταλήγει εκεί. Οι άνθρωποι φοβούνται, ζούμε σε φοβισμένες κοινωνίες που παραλύουν. Χρειάζεται το κράτος να στέκεται δίπλα στον πολίτη, να τον ενισχύει και να του παρέχει όλα τα μέσα ώστε να αισθάνεται ασφαλής. Να είναι ξεκάθαρο ως προς τη λειτουργία του και την απόδοση της δικαιοσύνης, χωρίς εξαιρέσεις και «παραθυράκια».
Πώς ήταν η συνεργασία σας με την Πένυ Διονυσιώτη και την Καλλιόπη Πετροπούλου σε ένα τόσο κλειστό, γυναικείο σύμπαν;
Εξαιρετική. Είναι δύο υπέροχα, ταλαντούχα πλάσματα με ήθος και ευγένεια. Είμαστε τρεις διαφορετικές γυναίκες ηλικιακά και παρ’ όλα αυτά η καθεμία πρόσθεσε το δικό της λιθαράκι. Στηρίξαμε η μία την άλλη τόσο στις πρόβες όσο και στις παραστάσεις. Για μένα είναι πολύ σημαντικό να ξέρω ότι μπορώ να βασιστώ στον συνάδελφο. Τις θαυμάζω και τις εκτιμώ πολύ.
Τι σας έδωσε η σκηνοθετική ματιά του Αλέξιου Κοτσώρη;
Ο Αλέξιος είναι ένας υπέροχος σκηνοθέτης. Δοτικός, γενναιόδωρος, μεθοδικός. Ξέρει να ακούει και να αφουγκράζεται τον ηθοποιό, ενώ ταυτόχρονα σε καθοδηγεί ώστε να φτάσεις μόνη σου στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Τον παρακολουθώ χρόνια, είναι ήρεμη δύναμη και πολύ ταλαντούχος. Είναι μεγάλη μου χαρά που συνεργάζομαι μαζί του.
Το έργο λειτουργεί και σαν καθρέφτης συλλογικής ευθύνης. Τι ρόλο μπορεί να παίξει το θέατρο στο να σπάσει αυτή τη σιωπή;
Μεγάλο. Το θέατρο τολμά να χτίζει γέφυρες επικοινωνίας και, μέσα από μια διαφορετική ματιά, μας βοηθά να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο. Επηρεάζει το πώς σκεφτόμαστε και πώς φερόμαστε. Να μάθουμε να βλέπουμε τον άνθρωπο και να είμαστε εκεί γι’ αυτόν – παρόντες, συνειδητά και με συνέπεια.
Το θέατρο Αγγέλων Βήμα φέτος παρουσιάζει έξι έργα από την αυστραλιανή δραματουργία. Τι σημαίνει για σας ότι συμμετέχετε σε αυτόν τον θεατρικό «κύκλο»;
Μεγάλη χαρά. Είναι μια σπουδαία ενότητα για το θέατρο γενικότερα. Και, δεν ξέρω αν το γνωρίζετε, αλλά ένα από αυτά τα έργα είναι το μοναδικό ελληνικό θεατρικό με θέμα τους Ελληνες μετανάστες στο Σίδνεϊ τη δεκαετία του ’60.

Από τα νομικά που σπουδάσατε στην Ιταλία, περάσατε στο μόντελινγκ και τελικά στην υποκριτική. Πότε νιώσατε ότι βρήκατε τη «φωνή» σας ως ηθοποιός;
Δεν την είχα χάσει ποτέ για να τη βρω. Ούτε πιστεύω ότι οι ηθοποιοί έχουμε κάποια «άλλη» φωνή. Ηρθε η σωστή στιγμή και ως φυσική εξέλιξη έφτασα στο επάγγελμα που με γεμίζει. Εχω την ευλογία να λέω «ευχαριστώ» καθημερινά -στο θέατρο, στα τηλεοπτικά και στα κινηματογραφικά γυρίσματα- με περίσσια χαρά και αγάπη.
Εχετε μιλήσει με ειλικρίνεια για το πώς βιώσατε τον χώρο του μόντελινγκ. Πόσο καταπιεστικό μπορεί να γίνει το βλέμμα των άλλων;
Αν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι εκεί και έχεις ξεκάθαρους στόχους, τίποτα δεν μπορεί να σε καταπιέσει ή να σε κλονίσει. Το βλέμμα των άλλων έχει δύναμη μόνο αν του το επιτρέψουμε. Ψηλά το κεφάλι, καλοσύνη και προχωράς, γιατί ξέρεις την αξία και
τη μοναδικότητά σου και αυτό δεν μπορεί να σ’ το πάρει κανένας.
Θεωρείτε ότι σήμερα έχουν αλλάξει τα πρότυπα ομορφιάς ή απλώς έχουν γίνει πιο… ύπουλα;
Η μόδα κάνει κύκλους. Οτιδήποτε έχει αισθητική είναι διαχρονικά όμορφο. Τα πρότυπα είναι κυρίως θέμα μάρκετινγκ. Δεν με αφορούν ηλικιακά, όμως τα νέα παιδιά πρέπει να είναι συνειδητοποιημένα και «οχυρωμένα» από το σπίτι τους. Δεν υπάρχει καλύτερο πρότυπο ομορφιάς από έναν άνθρωπο που αποδέχεται τον εαυτό του και είναι ευτυχισμένος με αυτό που είναι.
Πώς διαχειριστήκατε το τέλος του ρόλου της Ιουλίας Βρεττάκου που υποδυθήκατε για πέντε χρόνια στη «Γη της ελιάς»;
Με χαρμολύπη!
Σας φόβισε ότι γίνατε τόσο αναγνωρίσιμη;
Οχι, όταν σε πλημμυρίζουν αγάπη, μόνο ευγνώμων μπορείς να αισθανθείς και να ανταποδίδεις με αγάπη.
Υπάρχει επόμενο τηλεοπτικό σχέδιο στα σκαριά;
Θα το μάθετε από τους ιθύνοντες.
Εχετε πει ότι κάθε ρόλος είναι «ένα κοστούμι». Πόσο εύκολο είναι να το βάζει και να το βγάζει ένας ηθοποιός;
Στο τέλος της ημέρας είναι μια δουλειά. Υπάρχουν φορές που είναι εύκολο και άλλες ευκολότερο. Και το αντίθετο φυσικά, φορές που είναι δύσκολο και άλλες δυσκολότερο. Είμαστε άνθρωποι, όχι ρομπότ. Εχουμε αδυναμίες και ταυτόχρονα τεράστια ψυχική δύναμη όταν είμαστε ο ρόλος και φοράμε το «κουστούμι». Χρειάζεται διαχείριση, ενέργεια και καλοπροαίρετη διάθεση.
Πώς έχει αλλάξει η καθημερινότητά σας μετά τη μητρότητα; Τι σας εξέπληξε περισσότερο στον εαυτό σας ως μαμά;
Αλλη ζωή. Ομορφότερη, με περισσότερη έμπνευση, δύναμη και ενέργεια.
Είναι ο καλύτερος ρόλος μου – και είναι αληθινός!
Αν δεν ήσασταν ηθοποιός, ποια άλλη ζωή θα μπορούσατε να φανταστείτε για εσάς;
Οδηγός σε γρήγορα αυτοκίνητα. Μονοθέσια καλύτερα.
Info: «Το Δέντρο που ματώνει» του Angus Cerini στο θέατρο Αγγέλων Βήμα, κάθε Παρασκευή στις 20.00 και Σάββατο στις 18.00. Σκηνοθεσία: Αλέξιος Κοτσώρης. Ερμηνεία: Αντιγόνη Κουλουκάκου, Πένυ Διονυσιώτη & Καλλιόπη Πετροπούλου.


