Το οξύ ζήτημα της απουσίας διατροφικής επάρκειας της Ελλάδας αναδεικνύει ο Μιχάλης Σάλλας, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα πρέπει να κάνει την επιλογή της για την επόμενη δεκαετία. Ποια είναι αυτή η επιλογή; Ή να σχεδιάσει στοιχειώδη διατροφική επάρκεια και παραγωγική ανθεκτικότητα ή να συνεχίσει να εισάγει μαλακό σιτάρι για το ψωμί της και να πληρώνει το κόστος της εξάρτησης.
«Μια στοιχειώδης εθνική πολιτική θα όφειλε να ξεκινά από λίγους, καθαρούς στόχους, όπως επάρκεια σε βασικά τρόφιμα, ενίσχυση της ζωικής παραγωγής, μείωση εξάρτησης από εισαγόμενες εισροές, συλλογική οργάνωση της παραγωγής. Αυτά δεν απαιτούν ρήξη με την ΚΑΠ, αλλά πολιτική βούληση και στοχευμένη χρήση των εργαλείων της. Το πρόβλημα όμως δεν είναι ευρωπαϊκό. Είναι βαθιά εθνικό. Η ΚΑΠ αφήνει περιθώρια επιλογών για συλλογική οργάνωση, συμβολαιακή γεωργία, στοχευμένη στήριξη καλλιεργειών και επενδύσεις σε ενέργεια, νερό και υποδομές.
Η Ελλάδα διαχρονικά δεν τα αξιοποιεί. Οι ενισχύσεις λειτουργούν ως εισόδημα επιβίωσης και όχι ως εργαλείο μετάβασης. Η πολιτική ευθύνη είναι συγκεκριμένη. Βαρύνει όσους αποδέχθηκαν ως κανονικότητα ένα εμπορικό έλλειμμα δισεκατομμυρίων στα τρόφιμα» αναφέρει ο πρόεδρος του Lyktos Group και επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς σε άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής».
Παγίωση εξάρτησης
Σύμφωνα με τον κ. Σάλλα, η νέα ΚΑΠ δεν στοχεύει στην αυτάρκεια κάθε κράτους-μέλους ξεχωριστά, αλλά στη συνολική ισορροπία της ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι η απώλεια παραγωγής σε μία χώρα μπορεί να αντισταθμιστεί από πλεονάσματα σε άλλη. Για τις μεγάλες αγροτικές οικονομίες του Βορρά και της κεντρικής Ευρώπης αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Για χώρες με χρόνια ελλείμματα τροφίμων, όπως η Ελλάδα, μεταφράζεται σε παγίωση εξάρτησης. Πίσω από αυτό το έλλειμμα βρίσκεται η απουσία διατροφικής επάρκειας σε βασικά αγαθά, με τη χώρα μας να μην έχει σαφή εθνική στρατηγική διατροφικής επάρκειας.
«Δεν έχει προσδιορίσει ποια προϊόντα θεωρεί κρίσιμα, ποια θέλει να παράγει εγχώρια και με ποια εργαλεία. Η ΚΑΠ χρησιμοποιείται κυρίως ως μηχανισμός εισοδηματικής στήριξης και όχι ως μοχλός αναδιάρθρωσης. Αν η χώρα συνεχίσει χωρίς εθνικό πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης, το αγροτικό τοπίο σε δέκα χρόνια, το πολύ, θα είναι αρκετά χειρότερο» επισημαίνει ο κ. Σάλλας.
Εξηγεί ότι ο αριθμός των ενεργών παραγωγών θα μειωθεί περαιτέρω, η μέση ηλικία θα αυξηθεί και μεγάλες εκτάσεις θα εγκαταλειφθούν ή θα υποαξιοποιηθούν. Η κτηνοτροφία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο, καθώς το κόστος ζωοτροφών και ενέργειας θα καθιστά μη βιώσιμες τις μικρές μονάδες. Το εμπορικό έλλειμμα τροφίμων θα παγιωθεί σε επίπεδα πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, επιβαρύνοντας μόνιμα το ισοζύγιο της χώρας.
«Σε περιόδους διεθνών κρίσεων, η αύξηση τιμών θα μεταφέρεται άμεσα στους καταναλωτές χωρίς εσωτερικά αποθέματα άμυνας. Η πράσινη μετάβαση, αντί να λειτουργεί ως ευκαιρία εκσυγχρονισμού, θα βιώνεται ως πρόσθετο κόστος και λόγος εγκατάλειψης της παραγωγής» συμπληρώνει ο κ. Σάλλας.


