Τα κεφάλαια και οι επενδύσεις συγκεντρώνονται στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης, ενώ η υπόλοιπη Ελλάδα χάνει πληθυσμό και εισόδημα
Τα μεγάλα αστικά κέντρα γεμίζουν, η ελληνική περιφέρεια ερημώνει. Κάθε στοιχείο και οικονομικός δείκτης συντελούν σε αυτή την παραδοχή, με εξίσου αποκαλυπτικά να είναι και τα δεδομένα για την πορεία των τραπεζικών καταθέσεων ανά περιφέρεια και όχι απλώς ως σύνολο. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) από τον Ιούνιο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2025 αποτυπώνουν μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων: η ανάπτυξη συγκεντρώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ η περιφέρεια αποδυναμώνεται οικονομικά και δημογραφικά.
Η Αττική συγκεντρώνει πλέον πάνω από το 55% των συνολικών καταθέσεων της χώρας. Η Αθήνα λειτουργεί ως πόλος έλξης κεφαλαίων, επιχειρήσεων και εργατικού δυναμικού εξαιτίας διαχρονικών πολιτικών επιλογών: συγκέντρωση κράτους, επενδύσεων και θέσεων εργασίας στο λεκανοπέδιο. Την ίδια στιγμή, η περιφέρεια στερείται αντίστοιχων εργαλείων στήριξης, με αποτέλεσμα τη σταδιακή ερήμωσή της.
Το σχέδιο αποκέντρωσης δεν παρουσιάζει μόνο λειτουργικά κενά, αλλά η πράξη έχει δείξει πως λειτουργεί με ακριβώς αντίθετο τρόπο: Ολο και περισσότεροι μεταναστεύουν στα μεγάλα αστικά κέντρα για την αναζήτηση εργασίας, με την περιφέρεια να ερημώνει συνεχώς, ενώ όποια επαγγελματική – επιχειρηματική δραστηριότητα περιορίζεται στις μεγάλες πόλεις. Ακόμα και μέτρα όπως η σταδιακή κατάργηση του ΕΝΦΙΑ σε μικρούς οικισμούς, η μείωση του ΦΠΑ σε ακριτικά νησιά ή μικρές φοροαπαλλαγές σε ελεύθερους επαγγελματίες μικρών χωριών δεν δίνουν καμία διέξοδο παραμονής στην περιφέρεια ούτε και επιστροφή πολιτών.
Τα στοιχεία της ΤτΕ
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, από το σύνολο των καταθέσεων τον Ιούνιο του 2024 που είχαν διαμορφωθεί στα 194,79 δισ. ευρώ, έναν χρόνο αργότερα εμφανίζονται αυξημένες κατά σχεδόν 9,7 δισ. ευρώ. Ωστόσο, τα 6,95 δισ. ευρώ αυτής της αύξησης ανήκουν στην περιοχή της Αττικής και άλλο 1 δισ. ευρώ στην Κεντρική Μακεδονία, λόγω της Θεσσαλονίκης.
Σχεδόν στάσιμες παραμένουν οι καταθέσεις σε αγροτικές και ημιορεινές περιοχές της χώρας, όπως σε Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο και Θεσσαλία, την ώρα που μειώνεται το πλήθος των λογαριασμών. Αυτό σημαίνει λιγότερους ανθρώπους, χαμηλότερα εισοδήματα και συνεχή φυγή νέων. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ολόκληρες περιοχές, οι οποίες ζουν κυρίως από τον τουρισμό, παρά τη θετική περσινή χρονιά, οι καταθέσεις δεν παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση, παρά στασιμότητα (Βλέπε πίνακα κάτω).

Oικονομικό κέντρο
Η Αττική παραμένει μακράν το κυρίαρχο χρηματοοικονομικό κέντρο της χώρας. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν από 106,2 δισ. ευρώ σε 113,2 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, απορροφώντας πάνω από το 55% του συνόλου των καταθέσεων. Η Αθήνα από μόνη της συγκεντρώνει περισσότερα από 93 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι το οικονομικό βάρος της χώρας εξακολουθεί να είναι ασφυκτικά συγκεντρωμένο στο λεκανοπέδιο. Το πλήθος των λογαριασμών στην Αττική παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα αύξησης των υπολοίπων και όχι της βάσης των αποταμιευτών.
Η Κεντρική Μακεδονία, με αιχμή τη Θεσσαλονίκη, παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος πόλος συγκέντρωσης καταθέσεων μετά την Αττική. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 1 δισ. ευρώ, φτάνοντας τα 25,9 δισ. ευρώ, ωστόσο κι εδώ παρατηρείται μείωση του συνολικού αριθμού λογαριασμών, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη γενικευμένη τάση συγκέντρωσης.
Απογοητευτική η εικόνα στην επαρχία
Στον αντίποδα, η περιφέρεια εμφανίζει πολύ πιο περιορισμένες αυξήσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφεται μείωση τόσο των καταθέσεων όσο και των λογαριασμών. Αλλωστε, η τελευταία απογραφή δείχνει πως όχι μόνο ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώνεται, αλλά και ότι η ελληνική περιφέρεια εγκαταλείπεται, με φόντο την έλλειψη επαγγελματικής προοπτικής κυρίως για τους νέους (Βλέπε πίνακα κάτω).

Στη Στερεά Ελλάδα οι καταθέσεις αυξήθηκαν οριακά από 5,65 σε 5,82 δισ. ευρώ, με μείωση όμως του αριθμού των λογαριασμών. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται στην Πελοπόννησο, όπου οι καταθέσεις αυξήθηκαν σε 7,42 δισ. ευρώ, αλλά οι λογαριασμοί μειώθηκαν κατά περίπου 21.000, γεγονός που υποδηλώνει πιέσεις στα εισοδήματα των νοικοκυριών. Η Δυτική Ελλάδα και η Ηπειρος παρουσιάζουν επίσης περιορισμένη δυναμική. Στη Δυτική Ελλάδα οι καταθέσεις αυξήθηκαν στα 6,96 δισ. ευρώ, με ταυτόχρονη αισθητή μείωση των λογαριασμών. Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει μια περιοχή με χαμηλή παραγωγική βάση και έντονη εξάρτηση από εποχικές δραστηριότητες. Στην Ηπειρο οι καταθέσεις αυξήθηκαν οριακά, ενώ το πλήθος των λογαριασμών μειώθηκε, στοιχείο που καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη οικονομική στασιμότητα.
Η Θεσσαλία, παρά τη σχετική της βαρύτητα, εμφανίζει στασιμότητα. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν ελάχιστα, ενώ οι λογαριασμοί μειώθηκαν, σε μια περίοδο μάλιστα που η περιοχή βρέθηκε αντιμέτωπη με φυσικές καταστροφές και σοβαρές απώλειες εισοδήματος. Η Δυτική Μακεδονία και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη ακολουθούν παρόμοια πορεία, με μικρές αυξήσεις καταθέσεων αλλά καθαρή μείωση της καταθετικής βάσης, γεγονός που συνδέεται με τη δημογραφική συρρίκνωση και τη χαμηλή οικονομική δραστηριότητα. Εξαίρεση, σε κάποιον βαθμό, αποτελούν περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα. Στο Νότιο Αιγαίο οι καταθέσεις αυξήθηκαν από 1,28 σε 1,30 δισ. ευρώ, με παράλληλη αύξηση των λογαριασμών, αντανακλώντας τη θετική επίδραση του τουρισμού. Αντίστοιχα, στην Κρήτη οι καταθέσεις διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας τα 2,26 δισ. ευρώ, με ήπια αύξηση του αριθμού των λογαριασμών.

