Με ευθύνη της κυβέρνησης δεν έγινε δεκτή η εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου, αφού καθυστέρησε η κατάθεση της πρότασης στην Ε.Ε.
Χωρίς στήριξη παραμένουν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας, καθώς η πρόταση της κυβέρνησης για την υιοθέτηση του ιταλικού μοντέλου απορρίφθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ουσιαστικά η ελληνική πλευρά καθυστέρησε να καταθέσει το σχετικό αίτημα, με συνέπεια η εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου να μη βρίσκεται πλέον στο τραπέζι. Παραμένει λοιπόν η αγωνία της ελληνικής βιομηχανίας για την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους, για την οποία είχε δεσμευτεί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ στις αρχές Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, όποια ελληνική πρόταση πρέπει να στηριχτεί στο ευρωπαϊκό πλαίσιο αποζημιώσεων για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες (CSAF) και όχι στο ιταλικό μοντέλο, το οποίο είχε προταθεί από την Ιταλία στα τέλη του 2024, όταν δεν υπήρχε το CSAF. Πλέον συμβατή με το ευρωπαϊκό πλαίσιο θεωρείται όποια πρόταση εντάσσεται στο CSAF και όχι στο μοντέλο ενεργειακού δανεισμού (το ιταλικό μοντέλο). Υπενθυμίζεται ότι το ιταλικό μοντέλο είχε προταθεί στην κυβέρνηση και από τον ΣΕΒ. Ετσι, η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας θα πρέπει να αναζητήσει, σε συνεννόηση με την Κομισιόν, μία νέα λύση για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας.
Μέχρι τότε η ελληνική βιομηχανία θα εξακολουθεί να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα, παραμένοντας σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Πριν από λίγο καιρό ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, είχε υπογραμμίσει πως η πρόσβαση σε ανταγωνιστική και προβλέψιμη ενέργεια αποτελεί όρο επιβίωσης για τη βιομηχανία, ιδιαίτερα για την ενεργοβόρο. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, το ενεργειακό κόστος παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες με το υψηλότερο κόστος ενέργειας στην Ε.Ε., γεγονός που διαβρώνει οριζόντια την ανταγωνιστικότητα όλων των κλάδων και επηρεάζει αρνητικά τον πληθωρισμό.
Σύμφωνα με πληροφορίες, καταβάλλεται προσπάθεια να αξιοποιηθεί στον μέγιστο βαθμό ο μηχανισμός της αντιστάθμισης CO2 για τη βιομηχανία, σε συνέχεια της επικαιροποίησης από την Κομισιόν των κατευθυντηρίων γραμμών για τις επιλέξιμες επιχειρήσεις για την περίοδο 2026-2030. Το κατά πόσο η «άσκηση» αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα τη διοχέτευση στις ελληνικές βιομηχανίες πόρων αντίστοιχων με αυτών που θα προέκυπταν εάν είχε εγκριθεί η αρχική δέσμη μέτρων που προωθούσε η Ελλάδα δεν έχει διευκρινιστεί. Η αντιστάθμιση υπολογίζεται στη βάση ενός εθνικού συντελεστή εκπομπών CO2 που λαμβάνει υπόψη το ανθρακικό αποτύπωμα κάθε χώρας στην ενέργεια. Οσο μεγαλύτερο αποτύπωμα έχει μια χώρα τόσο μεγαλύτερη η επιβάρυνση των επιλέξιμων βιομηχανιών από τους ρύπους, άρα τόσο περισσότερα χρήματα μπορούν να λάβουν ως αποζημίωση.

