Παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη, το φορολογικό βάρος παραμένει σχεδόν αμετάβλητο από το 2019 και συνεχίζει να «ροκανίζει» τους μισθούς
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για μειώσεις φόρων και εισφορών, τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να σηκώνουν ένα από τα βαρύτερα φορολογικά φορτία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με Policy Brief του ΚΕΦΙΜ, η χώρα μας καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη πραγματική φορολόγηση της εργασίας στην ΕΕ, με τον σχετικό δείκτη να παραμένει σχεδόν αμετάβλητος σε σύγκριση με το 2019.
Υψηλή επιβάρυνση παρά τις ονομαστικές μειώσεις
Όπως επισημαίνει η ανάλυση, σημαντικό μέρος των ονομαστικών αυξήσεων στους μισθούς τα τελευταία χρόνια δεν μεταφράστηκε σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Φόροι και ασφαλιστικές εισφορές απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος από την εργασία, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι και τα νοικοκυριά να συνεχίζουν να πιέζονται οικονομικά.
Παρά τις μειώσεις σε ονομαστικούς φορολογικούς συντελεστές και εισφορές που προβάλλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η συνολική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει υψηλή, γεγονός που αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ εξαγγελιών και πραγματικότητας.
Δημοσιονομική ολίσθηση και «αόρατες» αυξήσεις φόρων
Κομβικό ρόλο παίζει το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης. Καθώς οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται λόγω πληθωρισμού, πολλοί εργαζόμενοι ωθούνται σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς πραγματική αύξηση εισοδήματος. Έτσι, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση παραμένει υψηλή, ακυρώνοντας στην πράξη μέρος των κυβερνητικών παρεμβάσεων.
Η Ελλάδα δεύτερη στην ΕΕ μετά την Ιταλία
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που αξιοποιεί το ΚΕΦΙΜ, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2023 στο 40,5%. Το ποσοστό αυτό κατατάσσει τη χώρα στη δεύτερη θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών της ΕΕ, πίσω μόνο από την Ιταλία.
Ο δείκτης αυτός αποτυπώνει το σύνολο των φόρων και εισφορών που επιβαρύνουν την εργασία, συμπεριλαμβανομένου του φόρου εισοδήματος, των εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών και κάθε άλλης υποχρεωτικής επιβάρυνσης. Η Ελλάδα υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες, στοιχείο που υπογραμμίζει τη διαρθρωτική μετατόπιση του φορολογικού βάρους προς την εργασία.
Σχεδόν ίδια εικόνα με το 2019
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το επίπεδο του 2023 είναι σχεδόν ίδιο με εκείνο του 2019, χρονιά που η σημερινή κυβέρνηση ανέλαβε τη διακυβέρνηση. Παρά τη ρητορική περί ελάφρυνσης της μεσαίας τάξης, η φορολόγηση της εργασίας παραμένει ουσιαστικά καθηλωμένη σε υψηλά επίπεδα.
Η κορύφωση του δείκτη το 2022 συνδέεται κυρίως με τον υψηλό πληθωρισμό, που αύξησε τα ονομαστικά εισοδήματα χωρίς αντίστοιχη αύξηση αγοραστικής δύναμης, οδηγώντας περισσότερους εργαζόμενους σε βαρύτερη φορολόγηση.
Φορολόγηση και στην κατανάλωση
Την ίδια στιγμή, η πραγματική φορολόγηση στην κατανάλωση ανήλθε το 2023 στο 17,8%, ποσοστό 2,4 μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αν και η Ελλάδα κατατάσσεται στη μέση της ευρωπαϊκής κατάταξης, η σύγκριση με το 2009 δείχνει σαφή μετατόπιση προς ένα καθεστώς σταθερά υψηλότερης επιβάρυνσης.


