Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να δημιουργήσει, στην παγκόσμια οικονομία, κλυδωνισμούς, μειώνοντας το παγκόσμιο ΑΕΠ από – 0,2% έως και -1%, αυξάνοντας τον πληθωρισμό +1% και επιβραδύνοντας τις επενδύσεις προς αποφυγή ρίσκου, επισημαίνει σε ανάλυσή του το Εμπορικό κ’ Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς.
Ειδικά σε ότι αφορά την Ελλάδα, το ΕΒΕΠ εκτιμά πως οι απώλειες θα κυμανθούν από 2,1 έως 2,6 δις ευρώ, με τις σημαντικότερες να εστιάζονται σε πέντε βασικούς τομείς: τη ναυτιλία, το εμπόριο, το ενεργειακό κόστος, τον τουρισμό και τη γεωπολιτική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι θαλάσσιες μεταφορές, η ενέργεια, αλλά και το κόστος του παγκόσμιου εμπορίου είναι οι τρεις βασικές «παράμετροι» που θα προσδιορίσουν, σε διεθνές επίπεδο την εικόνα των αγορών, σε μία χρονική συγκυρία εξαιρετικά ταραγμένη διεθνώς και με την Ευρωπαϊκή οικονομία να προσπαθεί να σταθεροποιηθεί εν μέσω ενός διεθνούς οικονομικού πολέμου λόγω δασμών, αλλά και εν μέσω μίας ακόμη «περιφερειακής σύρραξης», μετά την Ουκρανία, στο πέταλο της Ανατολικής Μεσογείου και εγγύς Ανατολής. Οι πρώτες βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις θα εμφανιστούν με την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, δεδομένου ότι το Ιράν παράγει 4 εκατ. βαρέλια. Επίσης, ο κίνδυνος διέλευσης των Στενών του Ορμούζ, που διακινεί το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου μπορεί να ωθήσει το Brent σε άνω των 100 $/βαρέλι, να αυξήσει τις τιμές LNG και φυσικού αερίου, επαναφέροντας πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη.
Προέχει ασφαλώς όλων η ασφάλεια των Ελλήνων ναυτικών και των πληρωμάτων των ελληνόκτητων πλοίων, που βρίσκονται στην εμπόλεμη περιοχή με τη διασφάλιση της προστασίας της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Η χώρα μας ενδέχεται επίσης να θεωρηθεί «γειτονική ζώνη αστάθειας», ιδίως από επισκέπτες τρίτων χωρών, όπως οι ΗΠΑ και η Ασία, με πιθανές ακυρώσεις πακέτων κρουαζιέρων σε Ελλάδα–Τουρκία–Ισραήλ–Αίγυπτο και, μάλιστα, να επιβαρύνουν, ενόψει των διακοπών του Πάσχα, τη τουριστική εικόνα μας.
Στην εμπορική ναυτιλία, πιθανές επιθέσεις ή εμπλοκές στα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα θα οδηγήσουν σε αύξηση ναύλων και ασφαλίστρων κατά κινδύνων πολέμου, ανακατεύθυνση πλοίων μέσω Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, καθυστερήσεις και μειωμένη αξιοπιστία των logistics, με αποτέλεσμα υψηλότερο λειτουργικό κόστος και πιέσεις στις ναυλώσεις για τις ελληνόκτητες εταιρείες. Η διαταραχή του εμπορίου και των εισαγωγών, ιδίως μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, είναι προφανές ότι θα επηρεάσει εκ νέου την εφοδιαστική αλυσίδα, τη μεταποίηση και το λιανικό εμπόριο, καθώς οι εισαγωγές πρώτων υλών, σιτηρών και πετροχημικών επηρεάζονται άμεσα, αυξάνοντας το κόστος εισαγωγών σε ενέργεια, πρώτες ύλες και τεχνολογικά προϊόντα, ενώ δημιουργούν ανασφάλεια στις εξαγωγές προς χώρες της Μέσης Ανατολής και Αφρικής.
Τις πιθανές επιπτώσεις από τη νέα σύρραξη και τη διαταραχή των εμπορευματικών ροών θα βιώσουν και πάλι τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα το λιμάνι του Πειραιά το οποίο, ως γνωστόν, έχει απωλέσει μεγάλο μέρος της εμπορευματικής κίνησής του από την κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα. Η νέα σύρραξη εξανεμίζει τις ελπίδες των Μεσογειακών λιμένων για μια ειρηνική περίοδο ανάκαμψης, καθώς μεγάλες εταιρίες διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων, διαβλέποντας την κατάσταση, θα «ανακρούσουν πρύμναν» σε σχεδιασμούς διέλευσης από το Σουέζ. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ως απότοκο της αντίδρασης των αγορών θα επιβαρύνει άμεσα τις οδικές, ακτοπλοϊκές και αεροπορικές μεταφορές, το κόστος παραγωγής και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις, ιδίως σε τρόφιμα και ενέργεια.


