Ακόμα μια άχρηστη κλαδική έρευνά της, που φωτογραφίζει το πρόβλημα με το ολιγοπώλιο των τραπεζών, χωρίς να κάνει τίποτα για τη λύση του
Στον ασφαλή δρόμο που χάραξε ο προηγούμενος πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Ιωάννης Λιανός βαδίζει και η τωρινή πρόεδρος Ειρήνη Σαρπ, διεξάγοντας ατέλειωτες, ατέρμονες και τελικά άχρηστες κλαδικές έρευνες που φωτογραφίζουν το πρόβλημα, αλλά δεν κάνουν τίποτα για τη λύση του. Και φυσικά ο δρόμος αυτός είναι ο μόνος σίγουρος για να μένει αρρύθμιστη η αγορά, να θεριεύουν τα καρτέλ και η κερδοσκοπία και να μη λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Κι όλα αυτά για την κατεξοχήν ρυθμιστική Αρχή της αγοράς, με εξουσίες από τον νόμο αποφασιστικές, όπως ανακριτικός ρόλος.
Ετσι, μετά τις ερευνητικές μελέτες για την αγροδιατροφική αλυσίδα και για το παρθένο ελαιόλαδο, η Επιτροπή παρουσίασε ακόμα μία κλαδική έκθεση για τις τραπεζικές καταθέσεις, για την οποία μάλιστα πλήρωσε 13.516 ευρώ για δημοσκόπηση στην Prorata και 3.500 ευρώ σε ειδικό πραγματογνώμονα, ώστε να πληροφορηθούμε ότι υπάρχουν ολιγοπώλια και δεν λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Δηλαδή ότι δεν κάνει τη δουλειά της.
Ο εγχώριος κλάδος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός στενού ολιγοπωλίου, το οποίο αποτελείται από τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες (Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank), που αντιπροσωπεύουν άνω του 96% της αγοράς.
Αναλυτικά, το μερίδιο αγοράς για τις συστημικές τράπεζες διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια ως εξής:
• 2020: 96,77%
• 2021: 96,46%
• 2022: 96,28%
• 2023: 95,21%
• 2024: 94,63%
Αξίζει να σημειωθεί πως αυτές οι τράπεζες διαθέτουν τη συντριπτική πλειονότητα τόσο των καταθέσεων όσο και των χορηγήσεων δανείων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστικός ανταγωνισμός στη διαμόρφωση των επιτοκίων. Στα μηνιαία δελτία που εκδίδει η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) αποκαλύπτεται πως η «ψαλίδα» στα επιτόκια καταθέσεων – δανείων είναι τεράστια και διευρύνεται συνεχώς, με τις τράπεζες να κρατούν επί μήνες «παγωμένα» τα επιτόκια για τις αποταμιεύσεις πολιτών και επιχειρήσεων και να αυξάνουν τα επιτόκια των δανείων, παρά την πολιτική των μειώσεων που υλοποιεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Οπως επισημαίνει πάντως στην ανάλυσή της η Επιτροπή Ανταγωνισμού, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται αξιοσημείωτη κινητικότητα στον τραπεζικό κλάδο, μέσω εταιρικών μετασχηματισμών, επενδύσεων σε υφιστάμενα πιστωτικά ιδρύματα και της εισόδου νέων παικτών.
«Χάρτης» καταθέσεων
Η Εθνική Τράπεζα εμφάνισε άνοδο από τα 47,51 δισ. ευρώ σε 52,22 δισ. ευρώ, ενώ στη συνέχεια τα μεγέθη της αυξήθηκαν περαιτέρω στα 53,70 δισ. ευρώ και στα 55,58 δισ. ευρώ, για να διαμορφωθούν τελικά στα 55,723 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μερίδιο 24,86%. Η Τράπεζα Πειραιώς παρουσίασε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση, με τα μεγέθη της να κινούνται από τα 50,35 δισ. ευρώ στα 55,65 δισ. ευρώ και στη συνέχεια στα 58,57 δισ. ευρώ. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε στα 59,80 δισ. ευρώ, φτάνοντας τελικά στα 63,04 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν σε μερίδιο 28,13%.
Η Alpha Bank κατέγραψε επίσης σταθερή άνοδο, από τα 39,53 δισ. ευρώ στα 42,89 δισ. ευρώ και στα 45,56 δισ. ευρώ, ενώ στη συνέχεια διαμορφώθηκε στα 46,12 δισ. ευρώ και τελικά στα 48,32 δισ. ευρώ, με μερίδιο 21,56%. Τέλος, η Eurobank παρουσίασε αύξηση από τα 34,44 δισ. ευρώ στα 37,22 δισ. ευρώ και στα 40,25 δισ. ευρώ, ενώ στη συνέχεια ανήλθε στα 40,74 δισ. ευρώ και τελικά στα 43,74 δισ. ευρώ, με μερίδιο 19,52%. Η ίδια μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα των καταθέσεων.
Οπως αναφέρει, οι πελάτες λιανικής τραπεζικής (πρόκειται κυρίως για μεμονωμένους πελάτες) «δεν έχουν επαρκή διαπραγματευτική ισχύ προκειμένου να ασκήσουν πίεση για ευνοϊκότερη τιμολόγηση υπό τη μορφή υψηλότερων επιτοκίων καταθέσεων. Κάποια διαπραγματευτική ισχύ εκτιμάται πως έχουν καταθέτες σημαντικά υψηλότερων ποσών, καθώς και οι επιχειρήσεις, σε συνάρτηση πάντα με την ευρύτερη συνεργασία που έχουν με την εκάστοτε τράπεζα».
Με άλλα λόγια, οι μικροκαταθέτες αναγκάζονται να αποταμιεύουν τα χρήματά τους στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα με «αντάλλαγμα» σχεδόν μηδενικά επιτόκια, ενώ την ίδια ώρα όσοι διαθέτουν μεγάλες καταθέσεις μπορούν να διεκδικήσουν τη λήψη υψηλότερων τόκων, αβγατίζοντας περαιτέρω τις αποταμιεύσεις τους.


