Ο Πέδρο Σάντσεθ έχει επιβιώσει πολιτικά, σε στιγμές που πολλοί θεωρούσαν ότι το τέλος της διαδρομής του είχε έρθει. Το 2018 ανέβηκε στην πρωθυπουργία μέσω πρότασης μομφής, ενώ το 2023 διέψευσε τις δημοσκοπήσεις που προέβλεπαν την αποχώρησή του από την εξουσία. Τώρα, όμως, όλα είναι διαφορετικά. Ο Ισπανός πρωθυπουργός, ο οποίος εδώ και χρόνια έχει επιλέξει την ιδιαίτερα στενή σχέση με την Τουρκία του Ερντογάν, συνάπτοντας αμυντικές συμφωνίες, πραγματοποιεί το πιο ριψοκίνδυνο πολιτικό του στοίχημα.
Προσφεύγει πρόωρα στις κάλπες στις 29 Νοεμβρίου, με όπλο τη στεγαστική κρίση, αντίπαλο έναν ολοένα ισχυρότερο δεξιό συνασπισμό και φόντο την κρίση της Θέουτα με τις ορδές μεταναστών και τα βαριά σκάνδαλα που αγγίζουν τους στενούς του συνεργάτες και τη συζυγό του.
Η απόφαση Σάντσεθ για εκλογές ήρθε μετά την απόρριψη από το ισπανικό Κοινοβούλιο δύο κυβερνητικών μέτρων για τη στέγαση. Οι προτάσεις αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την προστασία ενοικιαστών από εξώσεις, τον περιορισμό της κερδοσκοπίας και παρεμβάσεις στην αγορά των ενοικίων. Η κοινοβουλευτική ήττα συνέπεσε με ένα κύμα κοινωνικής οργής για το κόστος κατοικίας, που πυροδοτήθηκε μετά την έξωση της ηλικιωμένης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η οποία τελικά απεβίωσε, το οποίο έχει μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ζητήματα της χώρας.
Το πρόβλημα είναι πλέον πολύ μεγαλύτερο από μια συνηθισμένη πολιτική διαμάχη. Σε μεγάλες ισπανικές πόλεις, η πρόσβαση σε αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή κατοικία έχει γίνει ολοένα δυσκολότερη, ιδιαίτερα για τους νέους και τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα.
Μεταξύ 2015 και 2025 οι μέσες τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 80%, ενώ τα ενοίκια κατά 87%, όταν οι μισθοί αυξήθηκαν πολύ λιγότερο. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας ολόκληρης «γενιάς ενοικιαστών», η οποία δυσκολεύεται να περάσει από την ενοικίαση στην ιδιοκτησία. Η πίεση εντείνεται από τον τουρισμό, τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τη συγκέντρωση επενδύσεων στις μεγάλες πόλεις. Η τουριστική έκρηξη έχει καταστήσει ακίνητα σε περιοχές όπως η Μαδρίτη, η Βαρκελώνη και η Βαλένθια ιδιαίτερα ελκυστικά για επενδυτές, την ώρα που η αύξηση του πληθυσμού ενισχύει τη ζήτηση.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ υποστηρίζει ότι έχει δεσμευτεί για τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων δημόσιων και οικονομικά προσιτών κατοικιών. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στην πραγματικότητα αποτελεί ένα από τα βασικά όπλα των επικριτών του. Μέχρι τον Αύγουστο του 2024 είχαν διατεθεί στους πολίτες περίπου 14.000 κατοικίες μέσω κοινωνικού προγράμματος, ενώ περίπου 60.000 βρίσκονταν σε διάφορα στάδια ανάπτυξης. Και κάπου εδώ βρίσκεται το πολιτικό παράδοξο του Σάντσεθ. Επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο πρωθυπουργός που θα λύσει το στεγαστικό πρόβλημα, ενώ η αντιπολίτευση και οι οργανώσεις ενοικιαστών υποστηρίζουν ότι η κρίση διογκώθηκε κατά τη διάρκεια της δικής του διακυβέρνησης.
Κοινωνική ένταση
Η κοινωνική ένταση κορυφώθηκε με την υπόθεση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της λόγω αδυναμίας να ανταποκριθεί στην αύξηση του ενοικίου. Η ιστορία της λειτούργησε ως καταλύτης για τις διαδηλώσεις και έδωσε ανθρώπινο πρόσωπο σε μια κρίση που μέχρι τότε αποτυπωνόταν κυρίως σε στατιστικές. Ο Σάντσεθ θέλει να αξιοποιήσει αυτή την κοινωνική δυσαρέσκεια. Η στρατηγική του είναι σαφής. Να μεταφέρει την προεκλογική αντιπαράθεση από τις υποθέσεις διαφθοράς και το Μεταναστευτικό σε ένα ζήτημα που αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων Ισπανών. Πρόκειται για ένα στοίχημα που μπορεί να αποδειχθεί έξυπνο πολιτικά – αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνο.
Πάνω από την προεκλογική εκστρατεία εξακολουθούν να αιωρούνται οι δικαστικές υποθέσεις που αφορούν το πολιτικό περιβάλλον του Σάντσεθ και ιδιαίτερα τη σύζυγό του Μπεγκόνια Γκόμεθ. Η υπόθεση της Γκόμεθ ξεκίνησε το 2024 και αφορά καταγγελίες σχετικά με πιθανή διαμεσολάβηση και χρήση της θέσης της σε σχέση με δραστηριότητές της στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Τον Ιούνιο του 2026 δικαστής διέταξε την παραπομπή της σε δίκη για κατηγορίες που περιλαμβάνουν διαμεσολάβηση – επιρροή και υπεξαίρεση. Στις 7 Οκτωβρίου 2026 η Εισαγγελία ζήτησε την απαλλαγή της Γκόμεθ, υποστηρίζοντας ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα.
Η εισαγγελική θέση αφορά τις κατηγορίες για διαμεσολάβηση και υπεξαίρεση και δεν ισοδυναμεί με δικαστική απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης. Την ίδια ώρα, στη Θέουτα και η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών έχουν αναδειχθεί σε κεντρικό θέμα της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς συνδέεται με την ασφάλεια και τον έλεγχο των συνόρων.
Παρά την πολιτική πίεση ο Σάντσεθ διαθέτει ένα ισχυρό επιχείρημα: την πορεία της ισπανικής οικονομίας. Η Ισπανία έχει καταγράψει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης, ενώ η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί αυτά τα στοιχεία για να υποστηρίξει ότι η χώρα βρίσκεται σε οικονομική τροχιά ανάκαμψης.
Ομως, για τον μέσο ψηφοφόρο η μακροοικονομική εικόνα δεν αρκεί όταν το ενοίκιο καταναλώνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της προεκλογικής μάχης: μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται και ταυτόχρονα οι πολίτες να αισθάνονται ότι η καθημερινότητά τους γίνεται δυσκολότερη.
Προς νέα (μεγάλη) πλειοψηφία των δύο δεξιών κομμάτων
Απέναντι από τον Σάντσεθ βρίσκεται το Λαϊκό Κόμμα του Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, το οποίο προηγείται στις περισσότερες πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Σε έρευνα που καταγράφει στοιχεία των αρχών Οκτωβρίου, το PP κινείται περίπου στο 33%, έναντι περίπου 27% για το PSOE, ενώ το Vox βρίσκεται κοντά στο 18%. Ακόμη πιο ανησυχητικές για τον Σάντσεθ είναι οι εκτιμήσεις εδρών.
Ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων που συγκέντρωσε η ισπανική δημόσια τηλεόραση RTVE έδινε στο PP περίπου 137 έδρες και στο Vox 65, αριθμούς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία των δύο δεξιών κομμάτων. Το PSOE υπολογιζόταν στις 104 έδρες. Μια νίκη PP-Vox θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μία από τις σημαντικότερες πολιτικές μετατοπίσεις στη χώρα μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Η Δεξιά αναμένεται να επιχειρήσει να μετατρέψει τις εκλογές σε δημοψήφισμα για τον ίδιο τον Σάντσεθ, εστιάζοντας στη μετανάστευση, στην ασφάλεια και στις υποθέσεις που έχουν πλήξει την κυβέρνησή του. Ο Σάντσεθ, αντίθετα, θα επιχειρήσει να παρουσιάσει μια πιθανή κυβέρνηση PP-Vox ως απειλή για το κοινωνικό κράτος και τα δικαιώματα στη στέγαση.
