Τη μείωση του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 141 δισεκατομμύρια ευρώ (8%) σε σύγκριση με την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρουσίασε η Ιρλανδική Προεδρία, διαμορφώνοντας το διαπραγματευτικό πλαίσιο για την ερχόμενη επταετία.
Η πρόταση ορίζει το συνολικό ύψος του προϋπολογισμού στο 1,16% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος των κρατών-μελών, εξέλιξη που αποτελεί ευθεία υποχώρηση απέναντι στα δογματικά αιτήματα της Γερμανίας και των «σκληρών» του Βορρά για αυστηρή δημοσιονομική στενότητα.
Σύμφωνα με την ιρλανδική πρόταση, διατηρούνται οι εθνικές κατανομές για την Κοινή Αγροτική Πολιτική και την Πολιτική Συνοχής, ενώ προβλέπονται περισσότερα από 400 δισεκατομμύρια ευρώ για τα ταμεία ανταγωνιστικότητας, την έρευνα, την καινοτομία και την αμυντική βιομηχανία. Παράλληλα, διατηρείται η χρηματοδότηση για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας και 25 δισεκατομμύρια ευρώ για ανθρωπιστική βοήθεια, με τον Ιρλανδό Υφυπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Τόμας Μπερν, να κάνει λόγο για ανάγκη προσαρμογής στις «δημοσιονομικές πραγματικότητες».
Ωστόσο, η επιλογή να περικαπούν 141 δισ. ευρώ από τους αρχικούς σχεδιασμούς, την ώρα που οι κοινωνίες του Ευρωπαϊκού Νότου δοκιμάζονται από το κύμα ακρίβειας, την ενεργειακή κρίση και τη στεγαστική ασφυξία, αποδεικνύει την εμμονή των Βρυξελλών σε πολιτικές που διευρύνουν τις περιφερειακές ανισότητες. Η Ιρλανδική Προεδρία, λειτουργώντας ως διεκπεραιωτής των βόρειων απαιτήσεων, προσφέρει γη και ύδωρ στον γερμανικό δημοσιονομικό φετιχισμό, διοχετεύοντας τεράστια κεφάλαια στην πολεμική βιομηχανία και την άμυνα, ενώ καταδικάζει τις ασθενέστερες οικονομίες της Μεσογείου σε διαρκή λιτότητα και απουσία ουσιαστικών αναπτυξιακών εργαλείων.
