Μια ιστορική απόφαση για την προστασία της κύριας κατοικίας εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ). Το Ανώτατο Δικαστήριο βάζει πλέον ένα οριστικό και ξεκάθαρο «μπλόκο» στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για χρέη προς το Δημόσιο, εάν ο οφειλέτης διαθέτει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Η απόφαση αφορά υπόθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου (μεζονέτα 1ου και 2ου ορόφου) 162 τ.μ. στο Μοσχάτο, ιδιοκτησίας κατά το ήμισυ, διευθύνοντα συμβούλου Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρίας, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρίας προς το Δημόσιο, ύψους 142.917 ευρώ. Ο συγκεκριμένος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη και δικαιώθηκε μάλιστα τρεις φορές, υποστηρίζοντας ότι το μέτρο ήταν δυσανάλογο, καθώς πρόκειται για την πρώτη του κατοικία, ενώ έχει ούτως ή άλλως ακίνητη περιουσία την οποία μπορούσε να «κυνηγήσει» το Δημόσιο.
Μετά τη δικαίωσή του από το Πρωτοδικείο και το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, ήρθε και το ΣτΕ να τονίσει ότι η αναγκαστική εκποίηση της μοναδικής κατοικίας ενός πολίτη δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί την πρώτη, την εύκολη ή την αυθαίρετη επιλογή της Δημόσιας Διοίκησης. Αντίθετα, η διαδικασία αυτή πρέπει να αντιμετωπίζεται αυστηρά και αποκλειστικά ως το έσχατο μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, αναφέρουν οι δικαστές.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του ανώτατου δικαστηρίου απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου, υπογραμμίζοντας ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας». Ετσι, η νέα δικαστική απόφαση επιβάλλει πλέον στις φορολογικές Αρχές, στα ασφαλιστικά ταμεία (ΕΦΚΑ) και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) μια σαφή και απαρέγκλιτη υποχρέωση προηγούμενης ενδελεχούς έρευνας.
Στην καθημερινή πράξη, προτού το Δημόσιο αποφασίσει να εκδώσει πρόγραμμα πλειστηριασμού για την πρώτη κατοικία ενός χρεώστη, οφείλει να αποδείξει με τρόπο τεκμηριωμένο ότι εξάντλησε κάθε άλλη διαθέσιμη εναλλακτική λύση. Οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες υποχρεούνται να ερευνήσουν σε βάθος την πλήρη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και να στραφούν κατά προτεραιότητα σε άλλα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία. Σε αυτά περιλαμβάνονται τυχόν δευτερεύοντα ακίνητα (όπως εξοχικά, αγροτεμάχια ή οικόπεδα), τραπεζικές καταθέσεις, οχήματα, μετοχές ή άλλα εισοδήματα. Μόνο εάν αποδειχτεί περίτρανα ότι δεν υφίσταται απολύτως κανένα άλλο αξιοποιήσιμο στοιχείο ικανό να καλύψει το χρέος, θεωρείται νομικά επιτρεπτή η κατάσχεση της κύριας κατοικίας.
Για τους πολίτες η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια ισχυρή νομική «ασπίδα». Εάν οι κρατικοί μηχανισμοί παρακάμψουν την υποχρεωτική αυτή έρευνα και προχωρήσουν απευθείας κατά της κύριας κατοικίας, ο θιγόμενος οφειλέτης αποκτά το νόμιμο δικαίωμα να καταθέσει ανακοπή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. Η συγκεκριμένη παράλειψη του Δημοσίου συνιστά πλέον αυτόματο λόγο δικαστικής ακύρωσης του πλειστηριασμού και καθιστά την έκθεση κατάσχεσης εντελώς ανενεργή.
