Τον επίμονο πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει συστηματικά υψηλότερος από εκείνον της ευρωζώνης, αναδεικνύει ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), διατηρώντας την πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,8% το 2026, αλλά αναθεωρώντας οριακά προς τα κάτω, στο 1,9% από 2%, την εκτίμησή του για το 2027.
Παρουσιάζοντας την τρίτη τριμηνιαία έκθεση για την ελληνική οικονομία, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, επισήμανε ότι η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με την ανεργία να υποχωρεί και τον τουρισμό να επιδεικνύει ανθεκτικότητα. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι οι διαρθρωτικές αδυναμίες που κληροδότησε η πολυετής οικονομική κρίση παραμένουν, ενώ το διεθνές περιβάλλον δημιουργεί νέες πιέσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Βέττας στην εξέλιξη των τιμών, τονίζοντας ότι η διαφορά ανάμεσα στον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό τείνει να παγιωθεί, αντί να περιορίζεται. Οπως εξήγησε, η ελληνική οικονομία αντιμετώπιζε υψηλότερο πληθωρισμό από την ευρωζώνη ακόμη και πριν από την κρίση του 2008, ενώ η σημερινή εικόνα αντανακλά, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η ζήτηση έχει αυξηθεί ταχύτερα από την προσφορά.
Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός, με βάση τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή, θα διαμορφωθεί στο 4% το 2026, έναντι 2,9% το 2025, ενώ για το 2027 προβλέπει υποχώρηση στο 3%, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τη συμπεριφορά των ελληνικών νοικοκυριών. Σύμφωνα με τον κ. Βέττα, η αποταμίευση διαμορφώθηκε σε αρνητικό επίπεδο, στο -2,4% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2024, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα νοικοκυριά συνολικά καταναλώνουν περισσότερο από το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά από εκείνη της ευρωζώνης. Ο πραγματικός όγκος κατανάλωσης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν το 2025 αυξημένος κατά 14,1% σε σύγκριση με το 2019, έναντι 5,3% στην ευρωζώνη. Ωστόσο, σημαντικό μέρος της ελληνικής κατανάλωσης κατευθύνεται σε αγαθά, ιδιαίτερα σε μη διαρκή προϊόντα, όπως τα τρόφιμα, και λιγότερο σε υπηρεσίες.
Τέλος, σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 υποχώρησε στο 7,9%, με το ΙΟΒΕ να προβλέπει ετήσιο μέσο όρο 8,6% και περαιτέρω πτώση στο 7,8% το 2027. Ωστόσο, η αύξηση των πραγματικών αμοιβών παραμένει περιορισμένη, ενώ η Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί σημαντικά στη συμμετοχή του πληθυσμού στην αγορά εργασίας συγκριτικά με την ευρωζώνη.
