Μια σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη που φέρνει στο φως την αίγλη του χριστιανικού παρελθόντος στην έρημο Νεγκέβ ανακοίνωσε το Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν, καθώς εντοπίστηκε ναός ηλικίας 1.400 ετών στο Εθνικό Πάρκο Νιτζάνα.
Η εκκλησία, η οποία ξεχωρίζει για τα περίτεχνα και πολύχρωμα μωσαϊκά της δάπεδα, αποτελεί το έκτο κατά σειρά χριστιανικό κτίσμα που έρχεται στο φως στην περιοχή, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της ως κομβικού σημείου για την Ορθοδοξία κατά τη βυζαντινή περίοδο. Η τοποθεσία, γνωστή ιστορικά ως Νεσσάνα, βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την Αίγυπτο και υπήρξε ο τελευταίος σταθμός των πιστών που ταξίδευαν από τους Αγίους Τόπους προς το ιερό μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.
Σύμφωνα με την επικεφαλής των ερευνών, καθηγήτρια Γιάνα Τσεχανόβετς, η Νιτζάνα λειτουργούσε ως ένας ζωντανός «λογιστικός κόμβος» για τα πλήθη των προσκυνητών που διέσχιζαν την αφιλόξενη έρημο. Παρόλο που ο οικισμός δεν φιλοξενούσε δικά του ιερά λείψανα, η ανάγκη για φιλοξενία και πνευματική προετοιμασία πριν από το δύσκολο ταξίδι οδήγησε τους περίπου 2.000 κατοίκους του στην ανέγερση πολυάριθμων ναών. Η συγκεκριμένη ανακάλυψη θεωρείται η κορωνίδα των έως τώρα ανασκαφών, καθώς είναι η μοναδική εκκλησία της περιοχής με μωσαϊκά δάπεδα αντί για πέτρινα, γεγονός που υποδηλώνει τον πλούτο και την αισθητική αρτιότητα του κτίσματος.
Τα εντυπωσιακά μωσαϊκά, διακοσμημένα με γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα, συνοδεύονται από μια σπάνια επιγραφή που προσφέρει πολύτιμα ιστορικά στοιχεία. Από το κείμενο προκύπτει ότι ο ναός ολοκληρώθηκε το 601 μ.Χ. χάρη στη χρηματοδότηση ενός ευεργέτη ονόματι Σέργιου, ο οποίος μαζί με την οικογένειά του είχε μεταναστεύσει στη Νιτζάνα από την Έμεσα της Συρίας. Η ακριβής αυτή χρονολόγηση θεωρείται θησαυρός για τους αρχαιολόγους, καθώς επιτρέπει την απόλυτη ταύτιση του κτίσματος με την ιστορική του περίοδο και τη μελέτη των προσκυνηματικών ροών που έφταναν εκεί από τόσο μακρινές περιοχές όσο η Γεωργία και η Αρμενία.
Η ύπαρξη του ναού δεν ήταν εντελώς άγνωστη στην ιστορία, καθώς πριν από περίπου έναν αιώνα ο θρυλικός Λόρενς της Αραβίας μαζί με τον Λέοναρντ Γούλι είχαν αναφέρει το κτίσμα, το οποίο στη συνέχεια χάθηκε κάτω από την άμμο της ερήμου και τις οθωμανικές στρατιωτικές οχυρώσεις. Χρησιμοποιώντας σύγχρονα τεχνολογικά μέσα και τα σχέδια των παλαιότερων εξερευνητών, η ερευνητική ομάδα κατάφερε να εντοπίσει και πάλι το σημείο, φέρνοντας στο φως έναν θρησκευτικό και πολιτιστικό φάρο που παρέμενε σιωπηλός για δεκατέσσερις αιώνες. Η ανακάλυψη αυτή αναδεικνύει για ακόμη μια φορά τη διαχρονική σύνδεση της περιοχής με τις ρίζες του χριστιανικού κόσμου.


