Εγκατάλειψη της… δεξιάς στροφής και εσπευσμένη «μετακίνηση» Μητσοτάκη προς το Κέντρο
Αν και η κοινωνία βράζει, στο πολιτικό σκηνικό φαίνεται να επικρατεί αυτή την περίοδο -λόγω και της εισόδου στην εορταστική περίοδο- νηνεμία.
- Από τον Ανδρέα Καψαμπέλη
Αλλά στην πραγματικότητα σημειώνονται ήδη σοβαροί κυματισμοί, οι οποίοι οφείλονται στην «επανεμφάνιση» του Αλέξη Τσίπρα μέσω της έκδοσης του πολυδιαφημισμένου βιβλίου του και στην επικείμενη δημιουργία νέου κόμματος, το οποίο θα έχει σαφώς περισσότερο κεντρώο προσανατολισμό, όπως καταδεικνύεται από το περιεχόμενο της «Ιθάκης».
Η πιο συμβολική πράξη είναι η δημόσια αποκήρυξη των παλαιών συντρόφων του, που συνδέθηκαν με την ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά το 2015. Η επάνοδος του πρώην πρωθυπουργού στο προσκήνιο οδηγεί σε αναγκαστική επαναχάραξη της στρατηγικής όλων των κομμάτων, με δεδομένη τη ρευστότητα που καταγράφεται στο εκλογικό σώμα και τις πολλαπλές αβεβαιότητες.
Ενδεικτικό είναι ότι οι αναποφάσιστοι όχι μόνο καταγράφονται σταθερά σε διψήφια ποσοστά, τα οποία μάλιστα ενισχύονται, αλλά και οι περισσότεροι εξ αυτών δηλώνουν ότι θα επιλέξουν ποιο κόμμα θα ψηφίσουν λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές. Κατά συνέπεια, η κινούμενη άμμος έως τότε θα παραμένει και ενδεχομένως θα μεγαλώνει. Η αυξημένη αβεβαιότητα στους εκλογικούς καταλόγους δείχνει πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και πως ο πολιτικός χώρος του Κέντρου βρίσκεται σε διαρκή μετακίνηση, κάτι που ενισχύεται και από τις δημοσκοπήσεις, που δείχνουν την προτίμηση των ψηφοφόρων να είναι εύκολα αναστρέψιμη μέχρι την τελευταία στιγμή.
Ζωτικής σημασίας
Οι εξελίξεις αυτές προσδίδουν άλλο ενδιαφέρον στη μάχη του Κέντρου, η οποία φαίνεται ότι θεωρείται ζωτικής σημασίας για το λάφυρο της κυβερνητικής εξουσίας στις επόμενες εκλογές. Η παρουσία του κ. Τσίπρα επηρεάζει αμφίπλευρα τόσο τη Ν.Δ. όσο και την Κεντροαριστερά σε όλες τις εκφάνσεις της. Ωστόσο, η στρατηγική του Αλ. Τσίπρα στο να προσελκύσει αυτό το ευρύτερο κεντροαριστερό ακροατήριο δεν είναι χωρίς κινδύνους. Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας πρέπει να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να μην καταφέρει να συνενώσει το εκλογικό σώμα που διαρκώς μεταβάλλεται και να προσφέρει μια ξεκάθαρη και σταθερή πολιτική πρόταση.
Ο κ. Μητσοτάκης, όσο κι αν βαυκαλίζεται με την εικονική πραγματικότητα που προωθεί για την κατάσταση στη χώρα η κυβερνητική προπαγάνδα, καθώς και με τη διατήρηση της πρώτης θέσης στις δημοσκοπήσεις, εσωτερικά αρχίζει να νιώθει σοβαρό κίνδυνο. Οι μεγάλες διαρροές που είχε ως τώρα η Ν.Δ. προς τα δεξιά της αντισταθμίζονταν από την αδυναμία των κομμάτων της Κεντροαριστεράς –κυρίως του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ– να προκαλέσουν αντίστοιχη ζημιά στο κυβερνών κόμμα, ένα σημαντικό ποσοστό της εκλογικής βάσης του οποίου ήδη κινείται περισσότερο στον χώρο του Κέντρου. Εδώ ακριβώς ο στρατηγικός προσανατολισμός του κ. Μητσοτάκη είναι να ενισχύσει το «κεντρώο» προφίλ της Ν.Δ. και να απαρνηθεί πλήρως τον παραδοσιακό δεξιόστροφο χαρακτήρα και στίγμα της Ν.Δ.
Η δημιουργία του νέου κόμματος από τον κ. Τσίπρα είναι ένα στοίχημα για το πολιτικό σκηνικό, αφού, ανεξάρτητα από τη δυναμική του, το αν θα καταφέρει να αποσπάσει σημαντικό ποσοστό από τον κεντρώο χώρο είναι αμφίβολο. Αν καταφέρει να το κάνει, όμως, ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει την πολυτέλεια να χάνει ψήφους, αφού η πρόθεση ψήφου έχει ήδη πέσει στο 23%. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Ν.Δ. κινδυνεύει να χάσει το μπόνους των βουλευτικών εδρών και την πρωτοβουλία των κινήσεων, κάτι που θα μπορούσε να κλονίσει την κυβέρνηση και να δημιουργήσει συνθήκες αβεβαιότητας. Η μεγαλύτερη ανησυχία για τον κ. Μητσοτάκη είναι ότι, ακόμη και με το ποσοστό που φαίνεται να διατηρεί σήμερα, η Ν.Δ. ενδέχεται να χάσει ένα σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων (περίπου 5%), που εμφανίζονται δυνητικά να στρέφονται σε άλλα κόμματα, ανάλογα με τις εξελίξεις.
Επιπλέον, η Ν.Δ. θα αντιμετωπίσει και τις πιέσεις από νέες πολιτικές κινήσεις, όπως η πιθανή εμφάνιση του κόμματος Σαμαρά, το οποίο μπορεί να προκαλέσει εσωτερική ρήξη και να αποσπάσει περαιτέρω δυνάμεις από το δεξιό ακροατήριο. Ορισμένες πηγές δεν αποκλείουν επίσης, παρά όσα έχουν συμβεί τις προηγούμενες εβδομάδες, να υπάρξει τελικά και το κόμμα Καρυστιανού, έστω και χωρίς την ίδια επικεφαλής. Επίσης, τα σκανδαλώδη θέματα που έχουν προκύψει, όπως η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, με την είσοδο του νέου έτους, ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δημοτικότητα του κυβερνώντος κόμματος και να αναδείξουν περαιτέρω τις αντιφάσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Η Κεντροαριστερά
Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν και την Κεντροαριστερά. Ειδικά στο ΠΑΣΟΚ, η απειλή του κ. Τσίπρα είναι πλέον αισθητή, γι’ αυτό στη Χαριλάου Τρικούπη η αναταραχή είναι εμφανής. Τις τελευταίες ημέρες έχουν πυκνώσει οι συσκέψεις με αντικείμενο τη χάραξη πιο επιθετικής στρατηγικής για την απόκρουση της απειλής Τσίπρα, καθώς η απώλεια της δεύτερης θέσης –ο Ν. Ανδρουλάκης τη θεωρούσε έως τώρα κλειδωμένη– μετατρέπεται σε ορατό κίνδυνο. Ο κ. Ανδρουλάκης πιέζεται επίσης να αναθεωρήσει την άκαμπτη στάση του για την επιστροφή στελεχών του ΠΑΣΟΚ που είχαν φύγει στο παρελθόν για να πάνε στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ότι το «μισό» ΠΑΣΟΚ, έχοντας βάλει μπροστά τον Χάρη Δούκα, τάσσεται υπέρ μιας άλλης στρατηγικής σύγκλισης με τον κ. Τσίπρα και το κόμμα του.
Ο δρόμος αυτών των διεργασιών προβλέπεται μακρύς, καθώς πολλά θα κριθούν από τις επόμενες δημοσκοπήσεις, αλλά και από τις αποφάσεις που θα ληφθούν στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, αν και δεν θα κληθεί να αντιμετωπίσει άμεσα θέμα ηγεσίας -τουλάχιστον με τα μέχρι στιγμής δεδομένα-, αναμένεται να αποτελέσει το τεστ αντοχής για τη συνοχή του κόμματος εν όψει των μεγάλων ανακατατάξεων. Το ζητούμενο σε αυτή τη φάση είναι, τελικά, πώς θα καταφέρουν όλα τα κόμματα να ανταγωνιστούν για το κεντρικό εκλογικό σώμα, το οποίο, αν και ρευστό, είναι αυτό που ενδεχομένως θα κρίνει τις μελλοντικές εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό.
Και ενώ ο κ. Τσίπρας φαίνεται να έχει ανοίξει έναν νέο δρόμο με το κόμμα του, οι κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί ηγέτες ωθούνται στο να εξετάσουν τις κινήσεις τους με μεγάλη προσοχή και υπό νέο πρίσμα. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι η δημιουργία ενός νέου κόμματος από τον Τσίπρα δεν είναι μόνο ζήτημα στρατηγικής και ιδεολογίας. Ενδέχεται να προκαλέσει και κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Η αντίδραση των παλαιών συντρόφων του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να ενισχύσει τον κλονισμό της συνοχής της Αριστεράς, ενώ η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να μεταβάλει την ταχύτητα και την κατεύθυνση των πολιτικών συσχετισμών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίστοιχα, το νέο κόμμα Τσίπρα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ενίσχυση ή την αποδυνάμωση της Ν.Δ., ανάλογα με το αν καταφέρει να αποσπάσει σημαντική εκλογική βάση από το Κέντρο.