«Η ενέργεια μετατρέπεται σε στρατηγικό γεωπολιτικό περιουσιακό στοιχείο» επεσήμανε ο Έλληνας Πρωθυπουργός
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στο περιοδικό Foreign Policy και αναφερόμενος στο ταξίδι του στην Άγκυρα την επόμενη Τετάρτη και στη συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν, δήλωσε πως η διαφορά μας με την Τουρκία για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών εκκρεμεί εδώ και δεκαετίες.
«Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουμε εργαστεί με εποικοδομητικό τρόπο για την αποκλιμάκωση των εντάσεων και για την αναγνώριση του γεγονότος ότι, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να επιλύσουμε αυτό το μείζον ζήτημα που παραμένει άλυτο εδώ και δεκαετίες, μπορούμε παρ’ όλα αυτά να έχουμε μια λειτουργική και εποικοδομητική σχέση σε ορισμένους τομείς. Θα μεταβώ, λοιπόν, στην Άγκυρα, διατυπώνοντας με σαφήνεια τις ελληνικές θέσεις όσον αφορά στη βασική μας διαφορά, αλλά και επιδιώκοντας να χτίσω πάνω στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί τον τελευταίο χρόνο», τόνισε ο πρωθυπουργός, ο οποίος είπε πως δεν βλέπει σημαντικούς κινδύνους κλιμάκωσης.
«Αν κοιτάξει κανείς πού βρισκόμασταν πριν από τέσσερα ή πέντε χρόνια, η κατάσταση ήταν πολύ πιο περίπλοκη απ’ ό,τι είναι σήμερα. Πιστεύω ότι και οι δύο είμαστε έμπειροι ηγέτες -μιλώ για εμένα και για τον Πρόεδρο Ερντογάν- και αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν ήδη αρκετά προβλήματα στην περιοχή μας, δεν χρειάζεται να προσθέσουμε κι άλλα», επισήμανε.
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδας.
«Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας είναι σήμερα πολύ ισχυρότερες απ’ ό,τι ήταν πριν από έξι χρόνια. Από τη φύση μας είμαστε αμυντική δύναμη, αλλά οφείλουμε να διαθέτουμε αξιόπιστη αποτροπή. Και πιστεύω ότι αυτό το έχουμε πετύχει», τόνισε.
Και συμπλήρωσε: «Δεν διαβλέπω, λοιπόν, σοβαρούς κινδύνους κλιμάκωσης. Διατηρούμε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και, όποτε προκύπτει κρίση, υπάρχουν τρόποι αποκλιμάκωσης. Θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι δεν θεωρώ πως το ελληνοτουρκικό θα αποτελέσει νέα πηγή αστάθειας.
Φυσικά, “χρειάζονται δύο για να χορέψουν”, αλλά μπορούμε να διαχειριστούμε τις διαφορές μας, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφία μας -είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε δίπλα-δίπλα».
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στη δυνατότητα που έχει δοθεί στους Τούρκους πολίτες να επισκέπτονται τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου με θεώρηση εισόδου επί τόπου, με αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες από τη γειτονική χώρα να έχουν ταξιδέψει στα νησιά μας τα τελευταία χρόνια από τότε που εφαρμόστηκε αυτό το μέτρο.
«Παράλληλα, συνεργαζόμαστε με την Τουρκία στο μεταναστευτικό, με στόχο να πατάξουμε τα κυκλώματα διακινητών που εκμεταλλεύονται την απόγνωση ανθρώπων. Είχαμε ένα τραγικό περιστατικό πριν από λίγες ημέρες στο Αιγαίο, όπου 15 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το Λιμενικό μας διέσωσε 25 άτομα.
Αυτά τα σκάφη δεν θα έπρεπε ποτέ να αναχωρούν από τις τουρκικές ακτές. Μπορούμε να συνεργαστούμε με τις τουρκικές αρχές, ώστε να μη θέτουμε περισσότερες ζωές σε κίνδυνο και να χτυπήσουμε τους διακινητές. Στο τέλος της ημέρας, δεν μπορεί να είναι οι διακινητές αυτοί που αποφασίζουν ποιος εισέρχεται στην Ευρώπη», υπογράμμισε.
Ερωτηθείς για αυτό το περιστατικό και πώς 15 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ο κ. Μητσοτάκης προσέθεσε:
«Φυσικά, πρόκειται για τραγωδία και υπάρχει υποχρέωση πλήρους διερεύνησης. Η προκαταρκτική -και τονίζω προκαταρκτική- πληροφόρησή μου είναι ότι το σκάφος του Λιμενικού συγκρούστηκε με μικρότερο σκάφος υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Δεν γνωρίζουμε ακόμη γιατί συνέβη αυτό.
Άνθρωποι βρέθηκαν στη θάλασσα, άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, άνθρωποι διασώθηκαν. Αναμένω πλήρη έρευνα και θα αφήσω στις αρμόδιες αρχές να καθορίσουν ακριβώς τι συνέβη. Αυτές οι καταστάσεις, δυστυχώς, συμβαίνουν συχνά: διακινητές, άνθρωποι χωρίς σωσίβια, 40 άτομα στοιβαγμένα σε ένα σκάφος 9 μέτρων με ισχυρές μηχανές, με μοναδικό στόχο να φτάσουν σε ελληνικό νησί.
Το Λιμενικό Σώμα δεν είναι επιτροπή υποδοχής. Η αποστολή του είναι να προστατεύει τα σύνορα, αλλά και να σώζει ανθρώπινες ζωές όταν αυτές βρίσκονται σε κίνδυνο. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι, αν δεν υπήρχε το Λιμενικό, θα είχαμε θρηνήσει πολύ περισσότερα θύματα σε αυτού του είδους τα περιστατικά. Η έρευνα αυτή θα πραγματοποιηθεί με πλήρη διαφάνεια».
Μιλώντας για τις αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη, υπενθύμισε πως η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση, καθώς εδώ και χρόνια δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ μας για την άμυνα, λόγω των ιδιαίτερων γεωγραφικών και γεωπολιτικών μας προκλήσεων.
«Σήμερα βρισκόμαστε πάνω από το 3%. Το μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου, όμως, συνειδητοποίησε την ανάγκη να αντιμετωπίσει σοβαρά το ζήτημα της στρατηγικής της αυτονομίας μόλις μετά την επανεκλογή του Προέδρου Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Υπό αυτή την έννοια, αυτό το “βίαιο ξύπνημα”, αν μου επιτρέπεται ο όρος, ήταν αναγκαίο, ώστε να πάρουμε τη δική μας ασφάλεια πιο σοβαρά. Έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος: δεσμευόμαστε να δαπανήσουμε πολύ περισσότερα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά υπάρχει και μια γενικότερη κατανόηση ότι, ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί στο ΝΑΤΟ, η Ευρώπη οφείλει να αναπτύξει τη δική της αμυντική αρχιτεκτονική», ανέφερε και σημείωσε πως εδώ και καιρό ο ίδιος ζητάει περισσότερες ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες.
«Είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος που οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες συνειδητοποίησαν -ίσως λίγο αργότερα απ’ όσο θα ήθελα- ότι αυτό αποτελεί πλέον αναπόφευκτη αναγκαιότητα για την Ευρώπη», υπογράμμισε.
Για το ζήτημα της Γροιλανδίας και το ευρύτερο διεθνές κλίμα, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε πως η Ελλάδα υπήρξε σταθερός υποστηρικτής του διεθνούς δικαίου από τότε που διαμορφώθηκε, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το σύστημα διεθνούς ασφάλειας και άμυνας.
«Είμαστε μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και, όσον αφορά στις περιφερειακές μας γεωπολιτικές διαφορές, προβάλλουμε πάντοτε τη θεμελιώδη αρχή ότι αυτές μπορούν να επιλυθούν μόνο με αναφορά στο διεθνές δίκαιο και, ειδικότερα, στο Δίκαιο της Θάλασσας», δήλωσε.
«Ταυτόχρονα, όμως, δεν είμαστε αφελείς. Αντιλαμβανόμαστε ότι σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς είναι σημαντικό να οικοδομήσουμε τις δικές μας αμυντικές και ασφαλιστικές δυνατότητες.
Χωρίς να αλλάζουμε τη βασική μας αρχή, αναγνωρίζουμε ότι οι διεθνείς σχέσεις έχουν γίνει, σε έναν βαθμό, πιο συναλλακτικές και ότι πρέπει να ενισχύσουμε τη δική μας ισχύ -την οικονομική μας ισχύ, την αμυντική μας ισχύ, αλλά και τη “ήπια ισχύ” μας- επαναπροσδιορίζοντας πλήρως την εικόνα μιας χώρας που επλήγη ιδιαίτερα σκληρά από τη χρηματοπιστωτική κρίση», συνέχισε και υπογράμμισε:
«Θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε ότι η διεθνής τάξη που βασίζεται σε κανόνες εξυπηρετεί το εθνικό μας συμφέρον, χωρίς όμως να τρέφουμε αυταπάτες για έναν κόσμο που αλλάζει και τον οποίο, ειλικρινά, ως μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκή χώρα, δεν μπορούμε να επηρεάσουμε καθοριστικά».
Ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε πως δεν έχει εγκαταλείψει τη διατλαντική σχέση και πως πιστεύει ότι οι δεσμοί που μας ενώνουν και που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική τάξη εξακολουθούν να υφίστανται, ιδίως αν εξετάσει κανείς το ΝΑΤΟ και τον καθοριστικό ρόλο που εξακολουθούν να διαδραματίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρέχοντας κρίσιμες δυνατότητες στην Ευρώπη.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η Ελλάδα διατηρεί προνομιακή στρατηγική εταιρική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με πολύ ισχυρό πλαίσιο συνεργασίας στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας.
«Δεν είμαι, λοιπόν, έτοιμος να κηρύξω το τέλος της μεταπολεμικής τάξης, και θα συνεχίσω να εμπλέκομαι εποικοδομητικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξηγώντας στους Αμερικανούς φίλους και εταίρους μας ότι, αν δει κανείς το παγκόσμιο τοπίο, είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ να διατηρούν μια ισχυρή οικονομική, αμυντική και ασφαλιστική σχέση με την Ευρώπη», τόνισε, ενώ για τη Γροιλανδία εκτίμησε πως υπάρχουν τρόποι να βρεθούν λύσεις «win-win».
Επ’ αυτού πρόσθεσε ότι η Ευρώπη κατέστησε απολύτως σαφές ότι υπάρχουν κόκκινες γραμμές που δεν μπορούν να παραβιαστούν και είπε πως η αίσθησή του είναι πως «όσον αφορά στη Γροιλανδία, κινούμαστε προς αυτή την κατεύθυνση και ότι αυτό το σκέλος έχει αποδώσει».
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, δήλωσε πως η συζήτηση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα -που επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο- σχετικά με το πώς θα επιτύχουμε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και πώς θα γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί, είναι αναγκαία όχι μόνο για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά και για τη δημιουργία του δημοσιονομικού χώρου που απαιτείται, ώστε να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των αμυντικών δαπανών.
«Οι δαπάνες αυτές θα προέλθουν από δημόσιους πόρους, ενδεχομένως και από ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά και από ιδιωτικές επενδύσεις», ανέφερε και μίλησε για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σε μία εβδομάδα με μοναδικό θέμα την ανταγωνιστικότητα.
«Ο Μάριο Ντράγκι παρουσίασε μια εξαιρετική έκθεση πριν από έναν χρόνο. Την έχουμε υλοποιήσει; Όχι πραγματικά», τόνισε και δήλωσε πως τώρα είναι η στιγμή να επιταχύνουμε και να αλλάξουμε ταχύτητα.
«Διότι, αν κοιτάξω το παράδειγμα της Ελλάδας, δαπανούμε πάνω από το 3% του ΑΕΠ μας για την άμυνα, ενώ παράλληλα καταγράφουμε πλεονάσματα, μειώνουμε το δημόσιο χρέος και εξακολουθούμε να διαθέτουμε δημοσιονομικό χώρο για μειώσεις φόρων. Γιατί μπορούμε να το κάνουμε αυτό; Επειδή έχουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτό που κάναμε στην Ελλάδα πρέπει να το αναπαράγουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο», τόνισε.
Έφερε επίσης ως παράδειγμα το χρηματοδοτικό ταμείο που δημιουργήθηκε μετά τον COVID. «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχουν ευρωπαϊκά έργα κοινού ενδιαφέροντος -και η άμυνα είναι σίγουρα ένα από αυτά- όπου θα μπορούσαμε να φανταστούμε τη δημιουργία ενός ειδικού ευρωπαϊκού αμυντικού μηχανισμού, που θα ωφελούσε όλα τα κράτη-μέλη», σημείωσε και προσέθεσε:
«Γιατί λοιπόν να μη δημιουργήσουμε ένα ειδικό εργαλείο που θα μας επιτρέπει να δανειζόμαστε σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη χρηματοδότηση τέτοιων έργων; Αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί, αλλά αισθάνομαι ότι υπάρχει πλέον μεγαλύτερο ενδιαφέρον για να ανοίξει αυτή η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Ο κ. Μητσοτάκης είπε, επίσης, ότι στη χώρα μας έχουμε προχωρήσει δύσκολες μεταρρυθμίσεις και γνωρίζουμε ότι μπορούμε να χρηματοδοτούμε το κοινωνικό μας κράτος μέσω των δικών μας προϋπολογισμών.
Σχετικά με το μεταναστευτικό, ο κ. Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι το 2020 η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ουσιαστικά υβριδική επιχείρηση, κατά την οποία μετανάστες ωθήθηκαν οργανωμένα προς τα χερσαία μας σύνορα, με στόχο την είσοδό τους σε ευρωπαϊκό έδαφος.
«Τότε είπαμε ξεκάθαρα ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί και προστατεύσαμε τα σύνορά μας. Η προσέγγισή μου είναι πολύ απλή: αυστηρότητα απέναντι στην παράτυπη μετανάστευση, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την παράνομη είσοδο στη χώρα, αλλά ταυτόχρονα γενναιοδωρία και παροχή νόμιμων οδών μετανάστευσης. Και, φυσικά, για όσους εισέρχονται στη χώρα και δικαιούνται άσυλο, αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να παραμείνουν στην Ελλάδα.
Έχουμε πολλά παραδείγματα ανθρώπων για τους οποίους φροντίζουμε και προσπαθούμε να εντάξουμε στην κοινωνία μας. Όμως, αν κάποιος εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα και δεν δικαιούται άσυλο, θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να επιστραφεί είτε στη χώρα προέλευσής του είτε σε ασφαλή τρίτη χώρα. Για να το πω πολύ απλά, χρησιμοποιώντας μια αναλογία του σημαντικού Αμερικανού δημοσιογράφου Τόμας Φρίντμαν, του οποίου είμαι μεγάλος θαυμαστής: θέλω μια μεγάλη πόρτα για τη νόμιμη είσοδο, αλλά έναν πολύ ψηλό φράχτη για την παράνομη», ανέφερε.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε, επίσης, ότι το 2019 η ανεργία ήταν στο 18% και σήμερα έχει πέσει κάτω από το 8%. «Αντιμετωπίζουμε ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Χρειαζόμαστε τόσο εξειδικευμένους όσο και ανειδίκευτους εργαζόμενους. Θέλουμε να υποδεχτούμε ανθρώπους από το εξωτερικό για να εργαστούν και να ζήσουν στην Ελλάδα, αλλά θέλουμε να το κάνουμε με τους δικούς μας όρους. Θέλω αυτοί οι άνθρωποι να έρχονται νόμιμα και με ασφάλεια. Θέλω να έρχονται με αεροπλάνο, με άδεια εργασίας.
Δεν θέλω να πληρώνουν 5.000 δολάρια σε απεχθείς διακινητές και να ρισκάρουν τη ζωή τους στο Αιγαίο ή στη Μεσόγειο. Όσο πιο δύσκολη κάνεις την παράνομη είσοδο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, τόσο περισσότερο διαλύεις το επιχειρηματικό μοντέλο των διακινητών», τόνισε και προσέθεσε:
«Αν εξηγήσεις στους ανθρώπους ότι δεν είναι εύκολο να εισέλθουν παράνομα, τότε θα το σκεφτούν δύο φορές πριν ξοδέψουν αυτά τα χρήματα και θα εξετάσουν εναλλακτικές νόμιμες οδούς. Και σε αυτό είμαστε ανοιχτοί. Έχουμε συμφωνίες με την Αίγυπτο, για παράδειγμα, για την εισαγωγή εργατικού δυναμικού. Θέλουμε να συνάψουμε συμφωνίες κινητικότητας με την Ινδία. Μπορούμε να κάνουμε αντίστοιχες συμφωνίες και με άλλες χώρες».
Ο πρωθυπουργός ρωτήθηκε και για τα ενεργειακά θέματα και, αφού τόνισε ότι η Ελλάδα είναι από τις χώρες που έχουν πρωταγωνιστήσει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου τις τελευταίες δεκαετίες και ότι σήμερα οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παράγουν πάνω από το 50% της ηλεκτρικής μας ενέργειας, σημείωσε πως έχουμε γίνει από εισαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, σε χώρα καθαρό εξαγωγέα.
Ωστόσο, ανέφερε πως οι ΑΠΕ δεν αρκούν, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, καθώς στο προβλέψιμο χρονικό διάστημα θα συνεχίσουμε να χρειαζόμαστε φυσικό αέριο.
«Κάναμε, λοιπόν, μια στρατηγική επιλογή. Συζητήσαμε με τους Αμερικανούς εταίρους μας και τους είπαμε: κοιτάξτε τις υποδομές μας. Βρισκόμαστε σε θέση να εισάγουμε LNG και να το διοχετεύουμε προς βορρά μέσω αυτού που αποκαλούμε “κάθετο διάδρομο”. Μπορούμε να εξυπηρετήσουμε έως και 100 εκατομμύρια καταναλωτές. Από μια χώρα που βρισκόταν στην περιφέρεια του ευρωπαϊκού χάρτη, εξελισσόμαστε σε συνδιαμορφωτή της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ενεργειακής ασφάλειας.
Αν λάβετε υπόψη ότι περίπου το 60% του LNG που καταναλώνει η Ευρώπη προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γιατί να μη διοχετεύεται μέσω της Ελλάδας -όχι μόνο για να καλύπτει τις δικές μας ανάγκες, αλλά και τις ανάγκες των γειτόνων μας; Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα μετατρέπεται σε πάροχο ενεργειακής ασφάλειας για τους φίλους μας στα Βαλκάνια.
Η ενέργεια, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα εμπορεύσιμο αγαθό. Μετατρέπεται σε στρατηγικό γεωπολιτικό περιουσιακό στοιχείο, και εμείς θέλουμε να αξιοποιήσουμε αυτή τη θέση, ενισχύοντας παράλληλα και τον διατλαντικό δεσμό.
Παράλληλα, επενδύουμε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ξεκινάμε έρευνες για υδρογονάνθρακες. Πρέπει να γνωρίζω αν υπάρχει φυσικό αέριο στα θαλάσσια ύδατά μας. Η Chevron και η Exxon δραστηριοποιούνται ήδη. Αν αντί να εισάγουμε φυσικό αέριο μπορέσουμε να παράγουμε δικό μας, αυτό θα είναι επωφελές όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη συνολικά», τόνισε.
Επιπρόσθετα, είπε ότι η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική χώρα, αλλά ο ίδιος παρακολουθεί τις παγκόσμιες ενεργειακές ανάγκες και έχει συστήσει ομάδα εργασίας, ώστε τουλάχιστον να έχουμε πλήρη εικόνα.
«Καμία απόφαση δεν έχει ληφθεί ακόμη, καθώς οι τεχνολογίες αυτές δεν είναι προς το παρόν ανταγωνιστικές, αλλά θέλω να γνωρίζω τι συμβαίνει στον διεθνή ενεργειακό χώρο», σημείωσε.
Πρόσθεσε, επίσης, ότι η επένδυση στα ηλεκτρικά δίκτυα καθίσταται απολύτως κρίσιμη και πως είναι ζωτικής σημασίας η μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως για χώρες που βρίσκονται στην περιφέρεια της Ευρώπης.
«Αν συνυπολογίσει κανείς την ανάπτυξη των data centers, την ηλεκτροκίνηση, τις αντλίες θερμότητας, είναι σαφές ότι θα χρειαστούμε πολύ περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια. Γι’ αυτό και επενδύουμε στον εθνικό μας πρωταθλητή, τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, στην οποία το κράτος διατηρεί ποσοστό περίπου 35%.
Όταν ανέλαβα τη διακυβέρνηση, η ΔΕΗ βρισκόταν ουσιαστικά στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Σήμερα, εξελίσσεται σε έναν ισχυρό περιφερειακό ενεργειακό παίκτη. Πρέπει, λοιπόν, να επενδύσουμε στη ΔΕΗ, ώστε να διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για να υλοποιήσει περαιτέρω επενδύσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στη διανομή ενέργειας», υπογράμμισε.
Για τις σχέσεις των ΗΠΑ με την ΕΕ, σημείωσε ότι είναι από τους λίγους Ευρωπαίους ηγέτες που συνεργάστηκαν με τον Ντόναλτ Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία και είχαν, όπως είπε, μια πολύ λειτουργική και εποικοδομητική σχέση.
«Ωστόσο, όπως έχουν επισημάνει πολλοί αναλυτές, ο “Trump 1” διαφέρει από τον “Trump 2”. Σε έναν βαθμό αυτό είναι αλήθεια. Δεν τον έχω συναντήσει προσωπικά ακόμη και δεν έχουμε αναπτύξει μια πλήρη διμερή σχέση. Παρ’ όλα αυτά, ως Ευρώπη, πρέπει να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι για το τι θα συμβεί αν τα πράγματα ξεφύγουν από τον έλεγχο -για παράδειγμα, αν επιβληθούν δασμοί, όπως έχει απειληθεί.
Αυτό δεν θα μείνει αναπάντητο, διότι θα προκαλέσει αντίδραση από την Ευρώπη. Από τη στιγμή που αυτό κατέστη σαφές, έγινε επίσης προφανές και στην αμερικανική διοίκηση ότι υπάρχουν περισσότερα να χαθούν παρά να κερδηθούν από την επιλογή μιας τέτοιας πορείας δράσης.
Επομένως, η στρατηγική μας είναι σαφής: καθορίζουμε ξεκάθαρα τα όριά μας, παραμένουμε ανοιχτοί στον διάλογο, αποφεύγουμε την κλιμάκωση και σίγουρα δεν επιδιώκουμε να προκαλέσουμε μια σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθούμε», ανέφερε.
Σε ό,τι αφορά στη διμερή σχέση, δήλωσε ότι φροντίζουμε να βρίσκουμε καλές συμφωνίες, συμφωνίες αμοιβαίου οφέλους -όπως η συμφωνία για την ενέργεια- που δεν ωφελούν μόνο τις δύο χώρες, αλλά και την Ευρώπη συνολικά.
«Εφόσον έχουμε αποφασίσει να απεξαρτηθούμε από τη Ρωσία, ναι, πρέπει να την αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο. Και είμαι απολύτως πρόθυμος να αντικαταστήσουμε τη ρωσική ενέργεια με αμερικανική», τόνισε.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ