Οι… αγαπημένοι του Φιντάν, Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης, νομιμοποιούν τον ακραίο αναθεωρητισμό της Αγκυρας μεταβαίνοντας στο παλάτι του Ερντογάν για «διάλογο κωφών» που εξυπηρετεί μόνο την έξωθεν καλή μαρτυρία των νεοοθωμανών
Λίγες μόλις ώρες πριν από τη σημερινή συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Αγκυρα ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, φρόντισε με εμπρηστικό τρόπο να ναρκοθετήσει τις συνομιλίες, προχωρώντας σε μια ωμή παρέμβαση, που εκλαμβάνεται ως ακόμα μία απροκάλυπτη ανάμειξη στα εσωτερικά της χώρας.
Ο κ. Φιντάν εξαπέλυσε ευθεία και αήθη επίθεση κατά του υπουργού Εθνικής Αμυνας Νίκου Δένδια, καθώς σε δημόσιες δηλώσεις του υποστήριξε ότι ο Ελληνας υπουργός «εμποδίζει την ανάπτυξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων», αφήνοντας να εννοηθεί ότι αποτελεί παράγοντα επιβράδυνσης της προσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών.
«Υπάρχει αυτός, υπάρχει το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται, υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, εκτός από αυτόν, οπότε αυτό το πολιτικό περιβάλλον και ο πολιτικός ανταγωνισμός, δυστυχώς, δεν δημιουργούν ένα περιβάλλον που να ευνοεί την επίλυση τέτοιων στρατηγικών προβλημάτων στην ελληνική πολιτική. Δηλαδή οι ηγέτες που έρχονται βρίσκονται σε ένα διαρκές δίλημμα ανάμεσα στην επίλυση αυτού του ιστορικού προβλήματος και του πολιτικού κόστους. Αλλά ηγεσία σημαίνει να πληρώνεις αυτό το τίμημα και να παίρνεις θέση…» τόνισε απροκάλυπτα ο Φιντάν.
Αντιθέτως, μετά τη στοχοποίηση του Ελληνα υπουργού Εθνικής Αμυνας, ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας ένιωσε την ανάγκη να επαινέσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, λέγοντας μάλιστα πως «έχουν την πρόθεση και την ικανότητα να λύσουν προβλήματα». Η παρέμβαση Φιντάν ήρθε σε μια χρονική συγκυρία ιδιαίτερα φορτισμένη, καθώς το μεσημέρι πραγματοποιείται το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, με τον πρωθυπουργό να μεταβαίνει στην Αγκυρα και να συναντά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Εθνικό έγκλημα
Oι… αγαπημένοι του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Φιντάν, Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης, που είναι οι λάθος άνθρωποι στο λάθος μέρος, νομιμοποιώντας τον ακραίο αναθεωρητισμό της Αγκυρας, μεταβαίνουν στο παλάτι του Ερντογάν για έναν διάλογο παγίδα που εξυπηρετεί μόνο την έξωθεν καλή μαρτυρία των Τούρκων, είναι όμως εθνικό έγκλημα, καθώς η Τουρκία επιμένει στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», του casus belli και στην απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας.
Στη σκιά των δηλώσεων του Τούρκου υπουργού, η απουσία του Νίκου Δένδια από την ελληνική αποστολή δεν πέρασε απαρατήρητη. Η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Λάνα Ζωχιού διευκρίνισε ότι ο υπουργός Εθνικής Αμυνας δεν θα συμμετάσχει στη συνάντηση, καθώς θα βρίσκεται στις Βρυξέλλες για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, σημειώνοντας πως «εκεί θα είναι και ο Τούρκος ομόλογός του». Με τον τρόπο αυτό επιχειρήθηκε να αποσυνδεθεί η απουσία του από το πολιτικό φορτίο που δημιούργησαν οι δηλώσεις Φιντάν, αν και η συζήτηση γύρω από το θέμα παραμένει έντονη. Η ίδια ενημέρωση ανέδειξε και την ατζέντα της συνάντησης των δύο ηγετών, η οποία περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων.
Οπως επισημάνθηκε, «στην ατζέντα θα βρεθούν τα διμερή θέματα του Μεταναστευτικού, της πολιτικής προστασίας, της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών συναλλαγών των δύο χωρών, καθώς και η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος». Παράλληλα, οι Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναμένεται να έχουν «εκτενή συζήτηση για τα περιφερειακά θέματα που ενδιαφέρουν και τις δύο χώρες», με αναφορές στο Μεσανατολικό, στην κρίση στο Ιράν και στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, σκοπός του ανώτατου συμβουλίου συνεργασίας είναι «να αξιολογηθεί η πρόοδος της διμερούς συνεργασίας δύο χρόνια μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών, να διατηρηθούν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας, ώστε να μην έχουμε εντάσεις, και να γίνει μια αποτίμηση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και της λειτουργικής σχέσης Ελλάδας – Τουρκίας».
Τον πρωθυπουργό στην Αγκυρα θα συνοδεύσουν οι υπουργοί Γιώργος Γεραπετρίτης, Κυριάκος Πιερρακάκης, Τάκης Θεοδωρικάκος, Σοφία Ζαχαράκη, Θάνος Πλεύρης, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, Γιάννης Κεφαλογιάννης, Λίνα Μενδώνη, Χρίστος Δήμας και Χάρης Θεοχάρης. Από την αποστολή θα απουσιάζει και η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η οποία νοσηλεύεται με γρίπη Α.
Τα επτά χρόνια της διπλωματικής διολίσθησης!
Η σημερινή συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα για το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (ΑΣΣ) αποτελεί τον τελευταίο σταθμό μιας πυκνής αλληλουχίας.
Η αρχή έγινε τον Σεπτέμβριο του 2019 στη Νέα Υόρκη (γενική συνέλευση ΟΗΕ), σε ένα κλίμα διερευνητικό, το οποίο όμως γρήγορα έδωσε τη θέση του στην ένταση κατά την επίσημη συνάντηση στο Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 2019 (Σύνοδος ΝΑΤΟ), όπου ο Ερντογάν διεμήνυσε πως η λύση θα βρεθεί «στο πεδίο». Μετά την πολεμική ένταση του 2020 και του 2021, οι δύο ηγέτες ξανακάθισαν στο ίδιο τραπέζι τον Μάρτιο του 2022 στην Κωνσταντινούπολη, σε ένα γεύμα που υποσχέθηκε ηρεμία, η οποία όμως κατέρρευσε με το «Μητσοτάκης γιοκ» λίγους μήνες μετά.
Η επανεκκίνηση ήρθε με το 5ο ΑΣΣ στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 2023, όπου υπογράφηκε η «Διακήρυξη των Αθηνών», και συνεχίστηκε με την επίσημη επίσκεψη στην Αγκυρα στις 13 Μαΐου 2024. Ακολούθησαν οι επαφές στο περιθώριο των συνόδων στην Ουάσινγκτον (Ιούλιος 2024) και τη Νέα Υόρκη (Σεπτέμβριος 2024), όπου οι δύο πλευρές συμφώνησαν να εντείνουν τη συνεργασία στο Μεταναστευτικό και τη «θετική ατζέντα».
Αυτό το επταετές timeline δείχνει ξεκάθαρα μια χώρα που επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους, την ώρα που η άλλη πλευρά χρησιμοποιεί κάθε συνάντηση για να παγιώσει τη δική της αναθεωρητική ατζέντα. Η «δημοκρατία» μίλησε με τον αντιστράτηγο ε.α. και γεωπολιτικό αναλυτή Κωνσταντίνο Λουκόπουλο και τον επίσης γεωπολιτικό αναλυτή Ραφαήλ Καλυβιώτη προκειμένου να δει το «ιστορικό» των συναντήσεων Ερντογάν – Μητσοτάκη και το πού αυτές έχουν οδηγήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Οπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, η συνάντηση του 2019 στο Λονδίνο ήταν η στιγμή που «άφησε κίτρινους» τους Ελληνες διπλωμάτες, καθώς ο Ερντογάν φέρεται ότι διεμήνυσε ωμά πως «αν δεν τα βρούμε στις διαπραγματεύσεις, θα τα βρούμε στο πεδίο». Η απειλή αυτή υλοποιήθηκε το 2020 με την υβριδική επίθεση στον Εβρο και την έξοδο του «Oruç Reis», φέρνοντας τις δύο χώρες στα πρόθυρα σύρραξης. Ακόμα και όταν συμφωνήθηκε στην Πόλη το 2022 να μην εμπλέκονται τρίτοι, η επίσκεψη Μητσοτάκη στο Κογκρέσο και όσα ειπώθηκαν εκεί οδήγησε στο περίφημο «Μητσοτάκης γιοκ», παγώνοντας κάθε επαφή μέχρι τη «διπλωματία των σεισμών» του 2023.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Καλυβιώτη, το ΑΣΣ αναδεικνύει μια δομική ασυμμετρία: ενώ στην Ελλάδα οι πρωθυπουργοί αλλάζουν, στην Τουρκία ο Ερντογάν παραμένει σταθερός από το 2010, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της στρατηγικής της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ο Καλυβιώτης υπογραμμίζει πως η Διακήρυξη των Αθηνών το 2023, αν και θεωρητικά έφερε «ήρεμα νερά», στην πράξη λειτούργησε ως άλλοθι για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Η Αγκυρα, εξασφαλίζοντας ηρεμία στο Αιγαίο, μπόρεσε να στρέψει την προσοχή της σε μέτωπα όπως η Συρία, η Ουκρανία και η Σομαλία, αναβαθμίζοντας τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης, την ίδια στιγμή που οι παραβιάσεις στο Αιγαίο περιορίστηκαν αλλά δεν έπαυσαν ποτέ ουσιαστικά.
Η εξέλιξη των σχέσεων αποκαλύπτει μια βαθιά διαφορά υποδείγματος. Ο Καλυβιώτης είναι σαφής: η Τουρκία λειτουργεί ως «παραγωγός ισχύος», ενώ η Ελλάδα παραμένει «καταναλωτής ξένων εξοπλιστικών προγραμμάτων». Προειδοποιεί πως το δόγμα του κατευνασμού και η αποφυγή επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε μια «φινλανδοποίηση» της χώρας, μετατρέποντας το Αιγαίο σε χώρο συνδιαχείρισης. Η Τουρκία δεν έχει υποχωρήσει ούτε χιλιοστό: το casus belli παραμένει ενεργό, η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών επανέρχεται συνεχώς και οι «γκρίζες ζώνες» είναι πάντα στο τραπέζι.
Από την πλευρά του, ο Λουκόπουλος εστιάζει στο συστηματικό «ροκάνισμα» των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παρατηρεί πως ο Ερντογάν επιδιώκει μια Ελλάδα που δεν θα τον «ενοχλεί» κατά την άσκηση της πολιτικής του. Εχουμε διολισθήσει από τη θέση «δεν συζητάμε τίποτα παρά μόνο την υφαλοκρηπίδα», σε μια ευρεία βεντάλια θεμάτων, όπου η Αγκυρα παρεμβαίνει ακόμα και για θαλάσσια πάρκα ή επιστημονικές έρευνες (όπως στην Κάσο), δείχνοντας ότι δεν ανέχεται το παραμικρό ίχνος άσκησης κυριαρχίας από την ελληνική πλευρά.
Τα δεδομένα της σημερινής συνάντησης στην Αγκυρα
Η σημερινή συνάντηση στην Αγκυρα έρχεται έπειτα από μια NAVTEX αορίστου διάρκειας που δεσμεύει το μισό Αιγαίο και μια προκλητική αντι-NOTAM. Η ελληνική κυβέρνηση μιλά για «λειτουργική σχέση» και «θετική ατζέντα», όμως οι αναλυτές προειδοποιούν πως πρόκειται για μια πλάνη. Οπως τονίζει ο Καλυβιώτης, αν δεν αντιληφθούμε την ανάγκη για άμεση αλλαγή μοντέλου, η «φινλανδοποίηση» θα επικυρωθεί και τυπικά. Ο Ερντογάν εμφανίζεται διεθνώς μετριοπαθής, κερδίζοντας χρόνο και διπλωματικό κεφάλαιο, ενώ στο πεδίο συνεχίζει την επιθετική πολιτική του.
Είτε πρόκειται για επίσημες είτε για ανεπίσημες συναντήσεις, το αποτέλεσμα για την Τουρκία είναι το ίδιο: η διεύρυνση της ατζέντας των διεκδικήσεων. Η Αθήνα παρουσιάζει ως επιτυχία το γεγονός ότι «κρατήθηκαν ανοιχτοί οι δίαυλοι», αλλά στην πράξη η Τουρκία δεν έχει κάνει καμία υποχώρηση. Αντίθετα, η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι πλέον επίσημο δόγμα που διδάσκεται στα σχολεία και καθορίζει τις κινήσεις του τουρκικού ναυτικού.
Συμπερασματικά, η πορεία των συναντήσεων Μητσοτάκη – Ερντογάν από το 2019 έως το 2026 δείχνει μια Ελλάδα που προσπαθεί να αγοράσει χρόνο ηρεμίας, συχνά με κόστος τη σιωπηρή αποδοχή τετελεσμένων. Ο Λουκόπουλος υπενθυμίζει πως ο Ερντογάν θέλει να «ροκανίσει» τα δικαιώματά μας χωρίς τριβές και η τρέχουσα διπλωματική διαδικασία φαίνεται να τον εξυπηρετεί. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πηγαίνει σήμερα σε μια επίσημη συνάντηση χωρίς να έχει προηγηθεί άρση του casus belli και ενώ οι απειλές από στελέχη όπως ο Τσελίκ και ο Φιντάν συνεχίζονται.