Με σπασμένα τα «φρένα» συνεχίζουν την κατρακύλα τους τα… «παρατράγουδα» της κυβέρνησης που έχουν διαλέξει το αποκρουστικό μονοπάτι του ξεκατινιάσματος, των απειλών, των μηνύσεων και των προσβολών, δείχνοντας πως αντιλαμβάνονται την εξουσία που κατέχουν.
- Από τον
Kώστα Καββαδία
Ο λόγος για τους Αδωνι Γεωργιάδη και Παύλο Μαρινάκη, που φροντίζουν με τη στάση τους και τη δράση τους να επιβεβαιώνουν πλήρως τον αυταρχισμό και τον τραμπουκισμό που διέπει το Μέγαρο Μαξίμου. Οταν ο υπουργός Υγείας της κυβέρνησης αποκαλύπτει απροκάλυπτα και ανερυθρίαστα ότι ενημερώθηκε από «φίλο» αστυνομικό του Α.Τ. Εξαρχείων για το περιεχόμενο μιας ιδιωτικής μήνυσης της Ζωής Κωνσταντοπούλου και, ακόμη χειρότερα, το δημοσιοποίησε με ειρωνείες ακόμη και για το τι φορούσε η μηνύτρια εκείνο το βράδυ, τότε το ζήτημα παύει να είναι προσωπικό, αλλά αφορά την ίδια τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού.
Διότι, όταν ένας υπουργός θεωρεί ότι το κράτος λειτουργεί ως προέκταση των προσωπικών του διαύλων, που δημοσιοποιεί πληροφορίες από την ποινική προδικασία και αντιμετωπίζει θεσμούς και διαδικασίες ως πεδίο προσωπικής ειρωνείας, τότε αυτό δεν είναι πολιτική οξύτητα αλλά ένα ατόφιο παραλήρημα υπέρμετρης εξουσίας. Οταν κυβερνητικός παράγοντας συμπεριφέρεται σαν να είναι η χώρα «τσιφλίκι» του και οι κρατικές υπηρεσίες άτυπο δίκτυο ενημέρωσης φίλων, τότε το πρόβλημα δεν είναι η Κωνσταντοπούλου.
Είναι η ίδια η αντίληψη για τη δημοκρατία. Στο ίδιο μοτίβο κατήφορου κινήθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης. Οι χαρακτηρισμοί του για την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας ξεπέρασαν κάθε όριο θεσμικής γλώσσας, αγγίζοντας το φάσμα της χυδαιότητας. Βέβαια, ο κ. Μαρινάκης κατάφερε στο ενδιάμεσο να γίνει και διεθνώς ρεζίλι μετά τις πρωτοφανείς απειλές του κατά του δημοσιογράφου Χρήστου Αβραμίδη, που τόλμησε να ασκήσει ερωτήματα και κριτική κατά του αψύ κυβερνητικού εκπροσώπου.
Επιστρατεύοντας το λατρεμένο του λεξιλόγιο, που παραπέμπει σε πολιτική πολεμική και όχι σε θεσμική εκπροσώπηση της κυβέρνησης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεχνά ότι δεν είναι σχολιαστής πάνελ αλλά ένα πρόσωπο που οφείλει να εκπροσωπεί θεσμικά την εκτελεστική εξουσία. Οταν επιλέγει ως τρόπο αντίδρασης την τοξικότητα, τους τραμπουκισμούς και τις προσωπικές επιθέσεις, τότε αυτονόητα η χώρα μας θα κατρακυλά σε δείκτες όπως η ελευθερία του Τύπου και θα κρεμιέται στα «μανταλάκια» από διεθνείς διοργανώσεις (π.χ. Διεθνής Αμνηστία), που κρούουν τον κίνδυνο για τα αδιάκοπα θεσμικά ολισθήματα. Οταν υπουργοί και κυβερνητικοί εκπρόσωποι επιλέγουν τον δρόμο της ειρωνείας, της διαρροής και της προσωπικής στοχοποίησης, τότε το πρόβλημα δεν είναι ποιος προκάλεσε ποιον (αυτά είναι επιχειρήματα δημοτικού) αλλά ότι τα όρια της αξιοπρέπειας και της αυτοπροστασίας έχουν χαθεί και μαζί τους η στοιχειώδης συναίσθηση θεσμικής ευθύνης.