Η διαρκής αναζήτηση δικαίωσης για όσους χάθηκαν μετά την τουρκική εισβολή του 1974
Ο Νίκος Βιολάρης ήταν στρατιώτης του 70ού Τάγματος Μηχανικού στην Κύπρο και βρέθηκε στη Λάπηθο την 6η Αυγούστου 1974 για να αντισταθεί στους Τούρκους εισβολείς και να υπερασπισθεί την πατρώα ελληνική γη. Αγνοούνταν από εκείνη την ημέρα και τα ηρωικά του οστά βρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν έπειτα από 52 χρόνια.
- Από τον Θεοφάνη Μαλκίδη διδάκτορας του Πάντειου Πανεπιστημίου
Ο δίδυμος αδελφός του, ο Ανδρέας, ο οποίος ανέλαβε το θλιβερό καθήκον παραλαβής των οστών του Νίκου, είπε για τον αδελφό του αλλά και για όσους έπεσαν μαχόμενοι ότι «δεν έπρεπε να τους κατευοδώνουμε μόνο με τις απαιτούμενες τιμές, αλλά έπρεπε να εκθέτουμε τα οστά τους σε λαϊκό προσκύνημα. Αφού ο χρόνος περνά και πλησιάζει η ώρα της μεγάλης, της πιο μακρινής αναχώρησης για την αιώνια επιστροφή και του αξίζει και τους αξίζει ένα παρατεταμένο χειροκρότημα από εμάς τους θεατές ενός έργου με θλιβερό επίλογο»!
Η ταφή των ιερών οστών του ήρωα Νίκου Βιολάρη θα γίνει στο Τύμβο Μακεδονίτισσας, εκεί όπου υπάρχουν και άλλοι Ελληνες μέχρι πρότινος αγνοούμενοι, αλλά και τα κενοτάφια όσων αναμένουν την ταυτοποίηση. Η ημέρα που επιλέχθηκε είναι η 15η Μαρτίου, η ημέρα των γενεθλίων του! Αυτοί που αντιστάθηκαν και παραμένουν ακόμη αγνοούμενοι: Παρακολουθώ για πολλούς λόγους και για πολλά χρόνια το ζήτημα των αγνοούμενων συμπατριωτών μας μετά την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974. Μεταξύ των άλλων γιατί συνδέομαι με αγνοούμενο του 1974, ο οποίος δεν έχει ταυτοποιηθεί ακόμη, γιατί η γιαγιά μου το 1922 είχε και αυτή αγνοούμενη την αδελφή της, η οποία δυστυχώς δεν βρέθηκε ποτέ, με ευθύνη του ίδιου ατιμώρητου θύτη που είναι η Τουρκία, αλλά γιατί το ζήτημα των αγνοουμένων της Κύπρου συνιστά τον τύπο και την ουσία της εισβολής και της κατοχής που συνεχίζονται για πάνω από μισό αιώνα.
Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και η κατοχή, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχουν προκαλέσει οδυνηρά τραύματα στους επιζώντες, γνωρίζοντας ότι οι συγγενείς τους, τα αγαπημένα τους πρόσωπα, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές τόσο στα Κατεχόμενα όσο και στην Τουρκία. Κάποιοι από αυτούς απελευθερώθηκαν, κάποιοι άλλοι, όμως, δεν επέστρεψαν ποτέ. Υποδεικνύεται, λοιπόν, διάπραξη αδικήματος από την Τουρκία, τόσο εις βάρος των αγνοουμένων, στην ουσία αιχμαλώτων, όσο και εις βάρος των συγγενών τους, οι οποίοι είναι όμηροι για δεκαετίες λόγω της απώλειας και επειδή ακόμα και μισό και πλέον αιώνα μετά το έγκλημα δεν μπορούν να κηδέψουν οστά των προσφιλών τους προσώπων.
Πολιτικό ζήτημα
Το απαράγραπτο νομικό, ανθρωπιστικό και πολιτικό ζήτημα των αγνοούμενων: Πολύ σημαντικές, για τους προφανείς λόγους, για το ζήτημα των αγνοουμένων είναι οι Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί των Προσφυγών της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά της Τουρκίας, όπου γίνονται αναφορές για πολλές περιπτώσεις αγνοουμένων. Μεταξύ των άλλων του Νίκου Αλεξάνδρου, ο οποίος ήταν πατέρας τριών παιδιών, του Παναγιώτη Χριστοφόρου, πατέρα τριών παιδιών, του δεκατετράχρονου Ανδρέα Γερμανού, ο οποίος συνελήφθη στις 2 Αυγούστου 1974 από Τούρκους αξιωματικούς, του Κωστάκη Γεωργίου, ο οποίος συνελήφθη στις 14 Αυγούστου 1974 από τους Τούρκους εισβολείς, του Μηνά Ιωάννου, πατέρα δύο παιδιών, ο οποίος συνελήφθη τον Ιούλιο του 1974 και, όπως πολλοί άλλοι αγνοούμενοι, εθεάθη στις φυλακές των Αδάνων στην Τουρκία.
Το 1999 η υπόθεση παραπέμφθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπου τα αποδεικτικά στοιχεία ανέδειξαν ότι οι αγνοούμενοι είτε είχαν τεθεί υπό κράτηση είτε ήταν υπό την αρχή και την ευθύνη του τουρκικού στρατού ή της πολιτοφυλακής του, ή και παραστρατιωτικών – εγκληματικών ομάδων. Για τελευταία φορά οι αγνοούμενοι εθεάθησαν σε περιοχές που τελούσαν υπό τον στρατιωτικό και πολιτικό έλεγχο της Τουρκίας, ενώ επιπλέον υποστηρίχθηκε ότι το δικαστήριο θα έπρεπε να συνεχίσει την υπόθεση, εφόσον υπήρχε βάσιμη υπόνοια ότι οι αγνοούμενοι ήταν ακόμη ζωντανοί, εκτός εάν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία για το αντίθετο (πρόσφατα η τουρκοκυπριακή εφημερίδα «Αφρίκα» έγραψε ότι ορισμένοι από τους αγνοουμένους θάφτηκαν ζωντανοί!).
Οι συγγενείς των αγνοουμένων υποστήριξαν ότι η Τουρκία έχει παραβιάσει το Αρθρο 2 περί προστασίας του δικαιώματος στη ζωή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάτι που το δικαστήριο έκρινε ως αποδεκτό, αφού, όπως ανέφερε, η κατοχική δύναμη παραβιάζει συνεχόμενα το Αρθρο 2 διότι δεν έχει πραγματοποιήσει καμία έρευνα και δεν έχει δώσει πληροφορίες για τους αγνοουμένους, των οποίων το δικαίωμα στη ζωή διακυβεύεται. Επιπλέον κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση και του Αρθρου 5, περί δικαιώματος στην ελευθερία και την ασφάλεια, καθώς δεν έχει ξεκινήσει καμία έρευνα ούτε έχει δοθεί κάποιο στοιχείο από τις τουρκικές Αρχές για την κράτηση και την εξαφάνιση των αγνοουμένων.
Σχετικά με τους συγγενείς, το δικαστήριο απεφάνθη πως τελείται διαρκής παραβίαση του Αρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων των Ανθρώπων περί απαγόρευσης απάνθρωπης μεταχείρισης, λόγω της ψυχικής οδύνης που υφίστανται λόγω της άρνησης της Τουρκίας να χορηγήσει πληροφορίες και να ερευνήσει τις υποθέσεις. Τα παραπάνω αναφέρθηκαν και σε άλλες προσφυγές που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια (π.χ. Ανδρέα Βαρνάβα, Ανδρέα Λοϊζίδη, Φίλιππου Κωνσταντίνου, Δημήτρη Θεοχαρίδη, Πανίκου Χαραλάμπους, Ελευθερίου Θωμά, Σάββα Χατζηπαντελή, Σάββα Αποστολίδη, Λεοντή Δημητρίου Σάρμα κ.ά).
Η τουρκική ευθύνη και η ελληνική αδιαφορία για τα «κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά»
Είναι προφανές ότι το θέμα των αγνοουμένων, εκτός από το συνεχιζόμενο, διαρκές, επώδυνο τραύμα που έχει επιφέρει στους συγγενείς, αποτελεί ένα διαρκές έγκλημα, όπως αναφέρει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γεγονός που επιτρέπει και την προσφυγή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για τιμωρία των ενόχων. Να σημειωθεί πως το δικαστήριο μπορεί να αναλάβει την εν λόγω υπόθεση, παρόλο που η Τουρκία δεν έχει κυρώσει το Καταστατικό του, διότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία έχει κυρώσει το Καταστατικό.
Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επισήμανε πως η εκταφή ενός αγνοουμένου δεν σημαίνει πως η διερεύνηση σταματά εκεί, καθώς απαιτούνται επίσης η δίωξη των υπευθύνων και η υπεράσπιση του νομίμου δικαιώματος των συγγενών των αγνοουμένων να μάθουν τι απέγιναν οι άνθρωποί τους, οι άνθρωποί μας, οι συνάνθρωποί μας… Ετσι, το συμπέρασμα του μείζονος αυτού νομικού, ανθρωπιστικού και πολιτικού ζητήματος είναι η προκλητική τουρκική συγκάλυψη και άρνηση παροχής πληροφοριών στη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων, αλλά δυστυχώς και η ελληνική (σε Αθήνα και Λευκωσία) αδιαφορία. Και μένουν οι συγγενείς των αγνοουμένων, όσοι ζουν ακόμη, να παλεύουν να βρουν μερικά οστά, τα «κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά». Και να τα θάψουν, ως σύγχρονες Αντιγόνες, ενάντια σε εξουσία, ψέματα, κυνισμό, βία και αδιαφορία…