Πρώτη φορά μετά τον «Αττίλα» η Λευκωσία ένιωσε ότι εκτός από τη διπλωματική στήριξη η Ελλάδα παραστέκεται και στρατιωτικά
Η ένοπλη παρουσία της Ελλάδας στην Κύπρο, μετά την άθλια στάση της βρετανικής κυβέρνησης που εξέθεσε σε κίνδυνο την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού και πατριωτικής έξαρσης στη Μεγαλόνησο.
- Από τον Γιώργο Χατζηδημητρίου
Πρώτη φορά μετά την τραυματική προδοσία από την Ελλάδα και τη δεύτερη επιχείρηση του «Αττίλα» που ακολούθησε η Λευκωσία ένιωσε ότι «η Κύπρος δεν κείται μακράν» και ότι η Αθήνα, εκτός από τη διπλωματική στήριξη, παραστέκεται και στρατιωτικά στο τελευταίο προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού.
Ανεξάρτητα από τις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν, γεγονός είναι, όπως συμφωνούν οι πατριωτικές φωνές σε Αθήνα και Λευκωσία, ότι οι δύο χώρες, και κυρίως η Ελλάδα, συμφιλιώθηκαν ξανά με τη γεωγραφία ανακαλώντας στη μνήμη ότι με τους Κύπριους αδελφούς δεν μας συνδέουν απλώς η κοινή καταγωγή και το ίδιο αίμα, αλλά σε τελευταία ανάλυση η Ελλάδα έχει αναλάβει ρητές υποχρεώσεις ως εγγυήτρια χώρα. Ο ζωτικός χώρος του Ελληνισμού που δεν έχει άλλα περιθώρια υποχωρήσεων οριοθετείται στην Κύπρο και αυτό ακούστηκε ηχηρά στα ρετιρέ της συμβιβασμένης αθηναϊκής «ελίτ».
Η στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας στο κυπριακό έδαφος, επισημαίνουν οι προσεκτικοί παρατηρητές, δημιουργεί νέα δεδομένα. Οχι μόνο γιατί ενισχύει την αποτρεπτική ικανότητα της Κύπρου, η οποία θα έπρεπε ομολογουμένως να βρίσκεται σε διαφορετικό αμυντικό επίπεδο έπειτα από 52 χρόνια κατοχής, αλλά και επειδή αναβαθμίζει τη στρατηγική αξία της Ελλάδας στο ευμετάβλητο στις μέρες μας γεωπολιτικό χρηματιστήριο. Πρόκειται, όπως αναγνωρίζεται, για μια εντελώς ιδιαίτερη και πρωτόγνωρη κατάσταση, η οποία, για να μετουσιωθεί σε ισχύ, απαιτεί διάρκεια και στρατηγικό σχέδιο.
Για τη Λευκωσία η αποστολή των φρεγατών και των πολεμικών αεροσκαφών συνιστά μια ιστορική απόφαση κορυφαίας εθνικής σημασίας που δεν πρέπει να έχει την αντοχή περιστασιακού πυροτεχνήματος, αλλά να ξεδιπλωθεί και να ενισχυθεί με χαρακτηριστικά μονιμότητας μέσα στον χρόνο. Οπως άλλωστε υπενθυμίζουν, η κυπριακή ηγεσία έχει πολλές φορές θέσει τα ζητήματα της αναβάθμισης των αμυντικών σχέσεων στην Αθήνα, αλλά και το θέμα καθορισμού ΑΟΖ στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο κρατών, κινήσεις που θα λειτουργούσαν ως πολλαπλασιαστές ισχύος.
Μπορεί ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας να ξεκαθάρισε ότι η ελλαδική δύναμη θα παραμείνει στη Μεγαλόνησο όσο διαρκεί η κρίση, αλλά για πολλούς στις δύο πρωτεύουσες αυτό που συνέβη χαράσσει ένα νέο όριο χωρίς επιστροφή. Κυρίως επαναφέρει το λησμονημένο από μέρος της ελλαδικής κοινωνίας κυπριακό πρόβλημα στο τραπέζι, θυμίζοντας τη συνεχιζόμενη κατοχή από την Τουρκία και το διαρκές εθνικό χρέος να απελευθερωθεί και να επανενωθεί η τελευταία διαιρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου, διαπιστώνεται απερίφραστα, που μπήκε στο ράφι επί Σημίτη πρέπει να επιστρέψει και να παραδειγματίσει όσους πεισματικά αρνούνται να δουν ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει ως ενιαία και αδιάσπαστη ενότητα τον Ελληνισμό στη γραμμή Θράκη – Αιγαίο – Κύπρος. Αφετέρου, όσοι δεν παρασύρονται από εύκολες ιαχές παρατηρούν ρεαλιστικά ότι χρειάστηκε μόλις μία συγκροτημένη επίδειξη δυναμισμού και έγκαιρων αντανακλαστικών από την Αθήνα για να αποσταθεροποιηθεί η απέναντι πλευρά που μέχρι στιγμής αντιδρά σπασμωδικά και πάντως, όπως σημειώθηκε, με χαμηλότερη του αναμενομένου ένταση…
Η στάση της Αθήνας προκάλεσε ένα μικρό κύμα κοινοτικής αλληλεγγύης, κάτι που επίσης, σημειώνουν στη Λευκωσία, είναι πρωτοφανές. Δημιουργεί αυτό ένα ηθικό και πολιτικό προηγούμενο. Και επιβεβαιώνει ταυτοχρόνως την ανάγκη να αποχωρήσουν οι δωρεάν βάσεις των Αγγλων από το νησί, για τις οποίες ήδη η κουβέντα ανάβει…
Τουρκική πρόκληση: Στέλνουν 6 F-16 στα Κατεχόμενα
Ως μία κατάφωρη πρόκληση κατά του Ελληνισμού ερμηνεύεται η απόφαση της Αγκυρας να στείλει έξι μαχητικά αεροσκάφη F-16 στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου. Η κίνηση αυτή, που χρησιμοποιεί ως πρόσχημα την κρίση στη Μέση Ανατολή, αποτελεί ευθεία απειλή και περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της παράνομης κατοχής του νησιού.
Η Τουρκία ισχυρίζεται πως η ανάπτυξη των μαχητικών εντάσσεται σε σχέδια έκτακτης ανάγκης, με στόχο την «προστασία» της περιοχής εν μέσω των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η στάθμευση μαχητικών στο νησί αποτελεί σαφή πρόκληση, καθώς δεν έγινε στο πλαίσιο της συντονισμένης αντίδρασης των συμμάχων και της Ε.Ε. έπειτα από τα πλήγματα στις βρετανικές βάσεις. Την εξέλιξη έκανε γνωστή από χθες ο Ασκίν Μεσελί, αναπληρωτής διευθυντής του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας του ψευδοκράτους.