Σε ρεσιτάλ αναλγησίας, αναισθησίας και καθεστωτικής αλαζονείας, τα κυβερνητικά στελέχη αποδεικνύουν καθημερινά πως βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου και μονίμως σε πλήρη αποσύνδεση από τη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Την ώρα που τα νοικοκυριά δεν μπορούν να βγάλουν τον μήνα, ασφυκτιώντας κάτω από τον εφιάλτη της ακρίβειας, του δυσθεώρητου κόστους ζωής και των εξωφρενικών τιμών στα καύσιμα, η «γαλάζια» παράταξη επιδίδεται καθημερινά και με διαφορετικούς πρωταγωνιστές σε ένα κρεσέντο κοινωνικού αυτοματισμού και περιφρόνησης, δικαιώνοντας απολύτως την Ντόρα Μπακογιάννη για τους «καλαμοκαβαλάρηδες» υπουργούς. Η εικόνα μιας εξουσίας που επιδιώκει τον ωμό κοινωνικό διαχωρισμό σε «πλούσιους» και «φτωχούς» αποτυπώνεται ανάγλυφα σε κατά καιρούς δηλώσεις των «γαλάζιων» στελεχών, που αντιμετωπίζουν την κοινωνική δυστυχία που δημιουργούν με ειρωνεία και αφ’ υψηλού νουθεσίες.
Σε αυτή την άτυπη εξοργιστική κούρσα προκλητικών δηλώσεων, θέση πήρε και ο πρώην υπουργός Κώστας Τσιάρας, ο οποίος, ενώ η κοινωνία γονατίζει από τον πληθωρισμό, ανακάλυψε… γενικευμένο πλούτο στις εθνικές οδούς. «Κάθε Σαββατοκύριακο που πηγαινοέρχομαι στην εκλογική μου περιφέρεια βλέπω μια εθνική οδό γεμάτη με αυτοκίνητα, κάτι το οποίο δεν έβλεπα για 20 χρόνια. Υπάρχει υπερκατανάλωμα παντού και αυτό είναι πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει» δήλωσε αφοπλιστικά, βαφτίζοντας την αυτονόητη μετακίνηση των πολιτών ως αλόγιστη πολυτέλεια και «υπερκατανάλωση». Λίγες ώρες πριν και στο ίδιο μήκος κύματος προκλητικότητας ο Χάρης Θεοχάρης φρόντισε να χωρίσει τους Ελληνες σε κατηγορίες, εκστομίζοντας το αμίμητο: «Εχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη. Υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες. Δεν υπάρχουν μόνο κακομοίρηδες». Η αισχρή ταύτιση όσων αδυνατούν να βγάλουν τον μήνα με τον όρο «κακομοίρης» συμπυκνώνει όλο το ιδεολογικό μίσος και την αναισθησία μιας πολιτικής ελίτ που θεωρεί τη φτώχεια ατομική ατυχία ή ανικανότητα.
Λίγα 24ωρα νωρίτερα ο βουλευτής Σπύρος Κουλκουδίνας είχε φροντίσει να δείξει τη… διέξοδο των μέσων μαζικής μεταφοράς σε όσους δεν αντέχουν το κόστος των καυσίμων, σημειώνοντας με περίσσια αλαζονεία πως «όποιος δεν αντέχει να δώσει 10 ευρώ για βενζίνη χρησιμοποιεί τα μέσα μεταφοράς». Τα απανωτά κρούσματα των τελευταίων ημερών επιβεβαιώνουν το ρητό ότι σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση, διότι το αποκρουστικό μοτίβο αλαζονείας κάνει την εμφάνισή του ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Για παράδειγμα, δεν έχουν περάσει πολλοί μήνες όταν η πρώην υφυπουργός Χριστίνα Αλεξοπούλου, ερωτηθείσα για τα εξωφρενικά ενοίκια που καλούνται να πληρώσουν οι εκπαιδευτικοί στα νησιά, πέταξε με απύθμενο κυνισμό το περίφημο «το τζάμπα πέθανε». Στο ίδιο πνεύμα και η πάντα παρούσα σε τέτοιες καταστάσεις αναλγησίας Σοφία Βούλτεψη, που, αναφερόμενη στους πολίτες που βλέπουν τις διακοπές ως πλέον απαγορευμένο είδος, αποφάνθηκε πως «οι άνθρωποι βρίσκουν διεξόδους. Μπορεί να πάνε στο χωριό και στην ενδοχώρα και όχι στα νησιά που είναι ακριβά».
Ακόμα και στο Δημογραφικό, η κοινωνική αναλγησία ντύθηκε με μανδύα ψευτοαγαπολογίας, όταν η Δόμνα Μιχαηλίδου υποστήριξε πως «οι φτωχοί κάνουν παιδιά γιατί ακόμα πιστεύουν στη ζωή, γιατί δεν περιμένουν να ευθυγραμμιστεί το σύμπαν και το Ε9 τους για να αγαπηθούν», αντιμετωπίζοντας την παιδοποιία υπό συνθήκες φτώχειας ως κάτι σχεδόν γραφικό. Αναμφίβολα, βέβαια, τη δική του περίοπτη θέση σε αυτό το προσβλητικό κάδρο δηλώσεων έχει σταθερά ο Αδωνις Γεωργιάδης. Με δηλώσεις που προσβάλλουν τη λογική κάθε νοικοκυριού, επιμένει σταθερά να αμφισβητεί την ίδια την πραγματικότητα: «Αν δεν μπορούσε ο κόσμος να πάρει τα βασικά, δεν θα υπήρχε αυτή η κατανάλωση. Η κατανάλωση πάει πάρα πολύ καλά». «Για να ψωνίζουμε, πάει να πει ότι έχουμε λεφτά!» είχε εκστομίσει σε μια άλλη δημόσια εμφάνισή του για να καταλήξει αρνητής της πραγματικότητας με το απροκάλυπτο «δεν πιστεύω τίποτα από όσα λέτε για φτώχεια και αυξήσεις τιμών!».
Τα αλλεπάλληλα περιστατικά αποκαλύπτουν ένα καθεστώς εξουσίας που στη σκιά της φθοράς του και της κοινωνικής αποδοκιμασίας δείχνει όλο και πιο συχνά το πραγματικό του πρόσωπο. Η εικόνα είναι καθαρή και συνάμα απεχθής. Απέναντι σε μια κοινωνία που λυγίζει, ορθώνεται μια κυβέρνηση «καλαμοκαβαλάρηδων» της εξουσίας, που όχι μόνο αρνείται να δώσει λύσεις, αλλά συνεχίζει να προκαλεί το κοινό αίσθημα, βεβαιώνοντας πως η απόστασή της από την πραγματικότητα δεν είναι απλώς μεγάλη, αλλά ολοκληρωτική και επικίνδυνη.
