Αν υπάρχει ένα πρόσωπο που συμπυκνώνει την απόλυτη παρακμή και τον εκφυλισμό του δημόσιου βίου στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, αυτός είναι ο Άδωνις Γεωργιάδης. Με πρωτοφανές θράσος, έχει μετατρέψει το ψέμα, την κακοποίηση της αλήθειας και τον πολιτικό τσαμπουκά σε καθημερινή κανονικότητα. Πρόκειται για τον άνθρωπο που έκανε καριέρα ουρλιάζοντας στα παράθυρα, για να αποδείξει τελικά ότι η μόνη σταθερή του αξία είναι η απουσία κάθε αξίας.
Η πολιτική του διαδρομή αποτελεί μνημείο αμοραλισμού. Όσο βρισκόταν στο ΛΑΟΣ, έστηνε το δικό του ακροατήριο καταγγέλλοντας τη Νέα Δημοκρατία και λοιδορώντας προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μόλις όμως οσμίστηκε την εξουσία, μεταλλάχθηκε στο πιο πρόθυμο πρωτοπαλίκαρο του συστήματος, γινόμενος ο κορυφαίος υμνητής αυτού που κάποτε έβριζε. Οι υποσχέσεις του διαγράφονται την επόμενη κιόλας μέρα από την ανακοίνωσή τους, χωρίς καμία συγγνώμη, χωρίς κανένα ίχνος αιδούς.
Το πιο χυδαίο πρόσωπο αυτής της συμπεριφοράς αποκαλύπτεται καθημερινά στον χώρο της Υγείας. Την ώρα που γιατροί και νοσηλευτές εξοντώνονται στα διαλυμένα νοσοκομεία, παλεύοντας με χαμηλούς μισθούς και τραγικές ελλείψεις για να κρατήσουν την κοινωνία όρθια, ο υπουργός κουνάει επιδεικτικά το δάχτυλο. Βρίζει, απειλεί και ειρωνεύεται όποιον τολμά να αναδείξει την πραγματικότητα, βαφτίζοντας τη δική του παράνοια «μεταρρύθμιση» και τη χυδαιότητα «διάλογο». Όποιος διαφωνεί είναι «τεμπέλης», «συνδικαλιστής» ή «μίζερος».
Όταν η χώρα κυβερνάται από τέτοιες φιγούρες, η φυγή των νέων ανθρώπων στο εξωτερικό δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά πράξη αυτοσεβασμού. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν αντέχει να ζει σε ένα περιβάλλον όπου η σοβαρότητα διώκεται και η γραφικότητα επιβραβεύεται. Αν συνεχίσουμε έτσι, στο τέλος δεν θα μείνει κανείς πίσω. Θα μείνει μόνο ο Άδωνις, να βγάζει επικηδείους λόγους για τη χώρα, παρέα με τα νανογιλέκα του.
