Διεθνείς διαστάσεις και αλυσιδωτές πολιτικές αντιδράσεις στη νοτιοανατολική Ευρώπη προκαλεί το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της «Wall Street Journal» για τις δραστηριότητες της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και τη δυνατότητά της να ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις, την ώρα που στην Ελλάδα το εγχώριο πολιτικό και μιντιακό σύστημα επιδίδεται σε μια επιδεικτική προσπάθεια υποβάθμισης του θέματος, προσποιούμενο πως δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα.
Ενώ στο Βουκουρέστι κυβέρνηση και αντιπολίτευση διασταυρώνουν τα ξίφη τους για τον ρόλο και τις παρασκηνιακές διεργασίες της κυρίας Γκίλφοϊλ αλλά και στη Βουλγαρία οι πολιτικοί κραδασμοί εντείνονται στη θέα όσων βλέπουν το φως της δημοσιότητας, στην Αθήνα επιχειρείται μια συντονισμένη προσπάθεια να κρατηθούν όλα στο σκοτάδι. Η υπόθεση αφορά τις ωμές πιέσεις και τις εκβιαστικές αναφορές που φέρεται, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «WSJ», ότι εκτόξευσε η Αμερικανίδα πρέσβης Κίμπερλι Γκίλφοϊλ σε μυστικό δείπνο στην Αθήνα, παρόντος του υπουργού Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου.
Η Γκίλφοϊλ, αναφερόμενη στην πτώση της ρουμανικής κυβέρνησης, φέρεται ότι προειδοποίησε με νόημα τον κ. Παπασταύρου ότι «μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε οποιαδήποτε χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ». Επειτα από παρατεταμένη και αδικαιολόγητη σιωπή, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να τοποθετηθεί διά του Παύλου Μαρινάκη. Ωστόσο, η στάση του κυβερνητικού εκπροσώπου κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών γέννησε περισσότερα ερωτήματα για το συμβάν κι επιβεβαίωσε την απόλυτη αμηχανία και τον πανικό του Μεγάρου Μαξίμου. Παρά τις επίμονες και επανειλημμένες ερωτήσεις των δημοσιογράφων για το αν ειπώθηκε η συγκεκριμένη εκβιαστική φράση, ο κ. Μαρινάκης απέφυγε συστηματικά να προβεί σε ξεκάθαρη διάψευση ή να δώσει οποιαδήποτε ουσιαστική απάντηση.
«Οπως έχετε διαπιστώσει όλα αυτά τα χρόνια, δεν συνηθίζω να σχολιάζω δημοσιεύματα, όμως οφείλω να πω και να είμαι σαφής ότι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της ελληνικής κυβέρνησης. Και για να είμαστε και σοβαροί, ούτε κάτι τέτοιο θα γινόταν και ποτέ ανεκτό» ανέφερε αρχικά ο κ. Μαρινάκης, με σαφή πρόθεση να κλείσει το θέμα κακήν κακώς. «Η σχέση Ελλάδας και ΗΠΑ είναι σήμερα πιο στενή και πιο σταθερή από ποτέ. Είναι μια στρατηγική σχέση με βάθος, που στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και σε κοινές αξίες» πρόσθεσε, απαντώντας σε νέο ερώτημα, επικαλούμενος τις επενδύσεις των αμερικανικών κολοσσών ExxonMobil και Chevron, καθώς και τον Κάθετο Διάδρομο LNG.
Οταν όμως πιέστηκε ασφυκτικά για την ταμπακιέρα κι αν διαψεύδει τις «έντεκα συγκεκριμένες λέξεις της Γκίλφοϊλ» προς τον κ. Παπασταύρου, ο κ. Μαρινάκης επιτέθηκε στους δημοσιογράφους, κάνοντας λόγο για «ανάγκη λίγων λεπτών δημοσιότητας στο διαδίκτυο» και πως «δεν είναι δουλειά δικιά μου να απαντάω ξανά και ξανά τα ίδια για να σας διευκολύνω να προμοτάρετε στο κοινό που θέλετε την ερώτηση και την απάντηση». Την ίδια ώρα, όμως, παντελώς άφωνος παραμένει κι ο ίδιος ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου. Ο άνθρωπος, που σύμφωνα με τη «WSJ», βρέθηκε τετ α τετ με την Αμερικανίδα αξιωματούχο και άκουσε τις απειλές περί πτώσης κυβερνήσεων, δεν νιώθει την παραμικρή ανάγκη να τοποθετηθεί δημόσια, να επιβεβαιώσει, να διαψεύσει ή έστω να δώσει μια τυπική εξήγηση στον ελληνικό λαό. Η τακτική της αφωνίας που επιστράτευσε η κυβέρνηση δεν φαίνεται πάντως να αποδίδει, καθώς τα δύσκολα είναι ακόμα μπροστά. Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες, το προσεχές διάστημα θα υπάρξει και νέο εκτενές αποκαλυπτικό δημοσίευμα, αυτή τη φορά από την εφημερίδα «New York Times», το οποίο αναμένεται να φέρει στο φως επιπλέον επιβαρυντικά στοιχεία για τη δράση των αμερικανικών λόμπι και τα παρασκηνιακά «παιχνίδια» της Αθήνας.
Mε εξαίρεση τη «δημοκρατία», έπεσε πέπλο σιωπής στην Ελλάδα
Την ώρα που οι αποκαλύψεις της «Wall Street Journal» για τις παρασκηνιακές μεθοδεύσεις και τις ωμές αναφορές της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ προκαλούν διεθνή σάλο και κάνουν τον γύρο του κόσμου, η μιντιακή αξιοπιστία στη χώρα μας βρίσκεται… στο ναδίρ. Mε εξαίρεση τη «δημοκρατία», έπεσε πέπλο σιωπής στην Ελλάδα για τις πρωτοφανείς απειλές της Αμερικανίδας πρέσβεως. Δυστυχώς, η στάση του εγχώριου μιντιακού και πολιτικού συστήματος αποτυπώνει ακόμα μία φορά το έλλειμμα διαφάνειας και πολιτικού ελέγχου στη χώρα.
Μέσα σε μια επιχείρηση ενορχηστρωμένης συσκότισης η «δημοκρατία» υπήρξε η μόνη εφημερίδα που ανέδειξε στο χθεσινό πρωτοσέλιδό της τις επικίνδυνες πτυχές της υπόθεσης, φέρνοντας στο φως το παρασκήνιο των πιέσεων και θέτοντας αμείλικτα ερωτήματα προς κάθε κατεύθυνση, τα οποία ακόμη παραμένουν αναπάντητα.

Πρώτος που οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος οφείλει να πει στον ελληνικό λαό ποιων είναι δέσμιος, από ποιους και γιατί απειλείται η σταθερότητα στη χώρα, και γιατί οι ΗΠΑ μέσω της κυρίας Γκίλφοϊλ λένε ότι μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση. Παράλληλα ο πρωθυπουργός οφείλει να ξεκαθαρίσει αν ταυτίζεται με μια πολιτική από την οποία αποκομίζουν όφελος πολίτες τρίτων χωρών αλλά όχι ο ελληνικός λαός, οδηγώντας τη χώρα σε αποσταθεροποίηση εξαιτίας συμφωνιών που έγιναν κάτω από το τραπέζι. Την ίδια στιγμή, εξηγήσεις οφείλει κι ο εξαφανισμένος… υπουργός Σταύρος Παπασταύρου.
Γιατί κρύβεται και γιατί σιωπά μπροστά σε αυτές τις αποκαλύψεις; Kι αν ενημέρωσε την κυβέρνηση για το επίμαχο συμβάν. Δεδομένα, εξηγήσεις χρωστά και η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ τόσο για τα ταξίδια της στα Βαλκάνια με ιδιωτικό τζετ, λειτουργώντας σαν ντίλερ συμφερόντων, αλλά και για ποιον λόγο και ποιο «ντιλ» προειδοποιεί και εκβιάζει ισχυριζόμενη ότι οι ΗΠΑ μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση. Εντύπωση, όμως, προκαλεί και η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης που αντέδρασαν με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, επιλέγοντας μάλιστα μια ασυνήθιστα υποτονική γραμμή. Αντί να αδράξουν μια πρωτοφανή αποκάλυψη διεθνούς εμβέλειας και να σφυροκοπήσουν την κυβέρνηση για τα αναπάντητα ερωτήματα περί εκβιασμών, περιορίστηκαν σε χλιαρές, τυπικές ανακοινώσεις. Η εικόνα που εξέπεμψαν θύμιζε περισσότερο μια αγγαρεία, μια γραφειοκρατική διεκπεραίωση απλώς για να βγει η «υποχρέωση» και να περάσει το θέμα στα ψιλά.