Στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου οδηγείται πλέον και με τη βούλα του δικαστικού συμβουλίου ο Χρήστος Τριαντόπουλος, σύμφωνα με την πρόταση του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η απόφαση, που έρχεται ενώ είναι σε εξέλιξη η κεντρική δίκη των Τεμπών, αποτελεί μια εξέλιξη που κονιορτοποιεί την κυβερνητική γραμμή άμυνας για το έγκλημα των Τεμπών και την προσπάθειά της να αντικρούσει τις κατηγορίες περί μπαζώματος, αφού αυτό πλέον αποτελεί και επισήμως δικαστικό ζήτημα.
Και αντί να ζητήσουν συγγνώμη από τον ελληνικό λαό, στο Μέγαρο Μαξίμου κάνουν πως δεν βλέπουν τον ελέφαντα καταμεσής στο δωμάτιο, επιχειρώντας να πείσουν την κοινή γνώμη ότι ο πρώην υφυπουργός λειτούργησε ως αυτόνομος δορυφόρος που προσγειώθηκε ξαφνικά στα συντρίμμια και τηρώντας μια δήθεν στάση αναμονής για την απόφαση της δικαιοσύνης.
Ο Τριαντόπουλος δεν ήταν ένας αποκομμένος κομματικός παράγοντας. Εφερε τον ρόλο του υφυπουργού Παρά τω Πρωθυπουργώ, λειτουργώντας ως ο άμεσος εντολοδόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη σε κάθε κρίσιμη αποστολή. Ποιος νοήμων πολίτης μπορεί να πιστέψει ότι έσπευσε στα Τέμπη, συντόνισε εργολάβους, μοίρασε δημόσιο χρήμα και διέταξε να ισοπεδωθεί άρον άρον ο τόπος της τραγωδίας δίχως ρητή, κεντρική πολιτική κατεύθυνση; Κανείς. Η κυβέρνηση στήνει ακόμα ένα σαθρό παραμύθι, πασχίζοντας να προστατεύσει τον μοναδικό άνθρωπο από τον οποίο εκπορεύονταν όλες οι επιτελικές αποφάσεις και οποίος κατοικοεδρεύει στο Μέγαρο Μαξίμου. Οι διαρροές από το κυβερνητικό στρατόπεδο επιχειρούν να υποβαθμίσουν το γεγονός, ψελλίζοντας πως «δεν υπάρχει ακόμη καταδίκη» και πως απλώς «σέβονται τις διαδικασίες». Η υποκρισία περισσεύει.
Φυσικά, η μπάλα παίρνει και τον υπουργό Δικαιοσύνης. Ο Γιώργος Φλωρίδης, που από το βήμα του Κοινοβουλίου λοιδορούσε τους συγγενείς των θυμάτων και την αντιπολίτευση διαλαλώντας πως «όποιος μιλάει για μπάζωμα είναι για τα μπάζα», οφείλει τώρα να παραιτηθεί. Είναι άραγε «για τα μπάζα» ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός και τα μέλη του δικαστικού συμβουλίου που είδαν στο μπάζωμα σαφείς ενδείξεις αξιόποινης πράξης;
Το αδίκημα μπορεί να φέρει τον τυπικό μανδύα του πλημμελήματος, καθώς η παράβαση καθήκοντος είναι η νομική διατύπωση, όμως η ουσία του προκαλεί ανατριχίλα. Η Δικαιοσύνη καταγράφει ότι η βιαστική παρέμβαση στο πεδίο ναρκοθέτησε την ίδια την εξιχνίαση της τραγωδίας, εξαφανίζοντας κρίσιμα ίχνη και πειστήρια για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους 57 άνθρωποι.
Και απέναντι σε αυτό ο πρώην υφυπουργός επέλεξε το θράσος. Με μια δήλωση προσβλητική για τη συλλογική μνήμη εμφανίστηκε να σηκώνει το δάχτυλο στους πολίτες, επικαλούμενος έναν όψιμο «αξιακό κώδικα» και περιγράφοντας τον αναγκαστικό αποκλεισμό του από τα ψηφοδέλτια, σχεδόν ως κάποιου είδους προσωπική θυσία. Δεν παρέλειψε, μάλιστα, να αναμασήσει τα περί «τοξικότητας» και «θεωριών συνωμοσίας», λες και τον παραπέμπουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι και όχι η ηγεσία της ελληνικής Δικαιοσύνης, η οποία διορίζεται με τον τρόπο που διορίζεται.
Μαζί με τον Τριαντόπουλο στο εδώλιο θα βρεθεί ολόκληρος ο επιχειρησιακός μηχανισμός εκείνων των ημερών που έφερε εις πέρας το μπαζωμα. Το δικαστικό συμβούλιο στέλνει για παράβαση καθήκοντος τον τότε περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κώστα Αγοραστό, τον πρώην γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας Βασίλη Παπαγεωργίου, τον τότε αστυνομικό διευθυντή Λάρισας Αγάπιο Χαρακόπουλο και τον επικεφαλής της Πυροσβεστικής στη Θεσσαλία Ευάγγελο Φαλάρα. Ολοι οι αρμόδιοι που επέβλεψαν και συνυπέγραψαν την ισοπέδωση του πεδίου.
Εδώ, όμως, ανοίγει ένα νέο, τεράστιο ζήτημα: πώς ακριβώς ο Αγοραστός οδηγείται στο ακροατήριο για απλό πλημμέλημα;
Τα στοιχεία της ίδιας της δικογραφίας για το κόστος των χωματουργικών εργασιών βοούν. Οι εντολές πληρωμής προς την περίεργη εταιρία Τσαπατόρη -που όλως τυχαίως συστάθηκε αμέσως μετά την τραγωδία- γράφουν καθαρά 144.000 ευρώ. Ενα ποσό που ξεπερνά το κρίσιμο όριο των 120.000 ευρώ και επιβάλλει ευθέως δίωξη για κακούργημα. Κι όμως, επιστρατεύτηκαν λογιστικά ταχυδακτυλουργικά με περίεργα αθροίσματα 116.900 ευρώ, ώστε ο λογαριασμός να πέσει τεχνητά στα χαμηλά και να μείνει η υπόθεση στα πούπουλα του πλημμελήματος. Αν η κατηγορία αναβαθμιζόταν σε κακούργημα, όπως απαιτεί ο νόμος για τέτοια ποσά, το σαθρό αφήγημα θα κατέρρεε συμπαρασύροντας τους πάντες. Προτίμησαν τη βολική «παράβαση καθήκοντος», για να μην αγγίξει η έρευνα για τα λεφτά του μπαζώματος εκείνους που έδωσαν το τελικό πράσινο φως.