Ενα νέο πολιτιστικό «success story» επιχειρεί να εγγράψει στο ενεργητικό της η κυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική και επικοινωνιακή μηχανή έχει ήδη το βλέμμα στραμμένο στις εθνικές εκλογές του 2027. Η συμφωνία με τη Βουλγαρία για την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων, τα οποία είχαν κλαπεί και μεταφερθεί στη Σόφια το 1917 και παρέμειναν εκεί επί 109 χρόνια, προσφέρει όλα τα συστατικά μιας ισχυρής κυβερνητικής εικόνας: ιστορικοί θησαυροί που επιστρέφουν, επίσημες τελετές, υψηλή πολιτική εκπροσώπηση και μια υπόθεση με ισχυρό εθνικό και συναισθηματικό φορτίο.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Μόνο που η πραγματική συμφωνία είναι αρκετά πιο σύνθετη από τον κυβερνητικό τίτλο. Αλλωστε, εκτός από τις αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί, τίθεται υπό αμφισβήτηση και το εάν η Βουλγαρία χρειαζόταν να λάβει κάτι για να επιστρέψει τα κειμήλια ή εάν όφειλε να τα επιστρέψει – και όλα. Η αμφισβήτηση αυτή εδράζεται σε μια εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη ομιλία που είχε κάνει προ τετραμήνου ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ακαδημαϊκός και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Προκόπης Παυλόπουλος σε ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η μητρόπολη, ο δήμος και η αντιπεριφέρεια Σερρών για την επιστροφή των κλαπέντων από τους Βουλγάρους χειρογράφων και κειμηλίων, εξηγώντας ότι αυτό που επιβάλλεται είναι η «διεκδίκησή» τους, τόσο η δικαστική όσο και η διπλωματική.
Οπως είναι ήδη γνωστό το μνημόνιο κατανόησης που υπέγραψαν στις 29 Σεπτεμβρίου οι υπουργοί Πολιτισμού των δύο χωρών -και η επικύρωσή του επρόκειτο να γίνει χθες, Σάββατο, στη Θεσσαλονίκη, παρουσία των δύο πρωθυπουργών Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρούμεν Ράντεφ- δεν αφορά απλώς την επιστροφή των 48 κειμηλίων από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η ίδια συμφωνία προβλέπει ότι η Ελλάδα παραδίδει στη Βουλγαρία τα λείψανα που βρέθηκαν το 1965 στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες και έχουν ταυτοποιηθεί ως λείψανα του τσάρου Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό που εντοπίστηκε στις τέσσερις σαρκοφάγους. Η ίδια η επίσημη ελληνική ανακοίνωση χρησιμοποιεί μάλιστα τη διατύπωση «αμοιβαία κατάθεση κειμηλίων ιστορικής αξίας», γεγονός που απομακρύνει τη συμφωνία από την απλή εικόνα μιας άνευ όρων απόδοσης των κλαπέντων ελληνικών αντικειμένων. Η διαφορετική επικοινωνιακή ανάγνωση στις δύο πρωτεύουσες είναι αποκαλυπτική. Στην Αθήνα το βάρος πέφτει στα 48 κειμήλια που «επιστρέφουν» ύστερα από 109 χρόνια. Στη Σόφια η συμφωνία παρουσιάστηκε με επίκεντρο την επιστροφή των λειψάνων του Σαμουήλ. Κάθε πλευρά, δηλαδή, προβάλλει το κομμάτι που εξυπηρετεί καλύτερα το δικό της εθνικό αφήγημα.

τη Βουλγαρία, τον Φεβρουάριο του 1920
Στριμωγμένη στα εσωτερικά και εξωτερικά μέτωπα, η κυβέρνηση επιχειρεί την επικοινωνιακή αξιοποίηση του γεγονότος εν όψει των εκλογών με τον Κ. Μητσοτάκη να θεωρεί ότι η επιστροφή πολιτιστικών αγαθών με μεγάλο ιστορικό φορτίο αποτελεί ένα εξαιρετικά εύχρηστο αφήγημα επιτυχίας. Πολύ περισσότερο όταν το άλλο μεγάλο πολιτιστικό εγχείρημα στο οποίο είχε επενδύσει προσωπικά, η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, δείχνει να έχει ναυαγήσει.
Η κυβέρνηση σπεύδει λοιπόν να σηκώσει ψηλά επικοινωνιακά την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία, παρουσιάζοντας τη συμφωνία της 29ης Σεπτεμβρίου ως μία ιστορική εθνική επιτυχία. Υπάρχει όμως ένας αριθμός που από μόνος του χαλάει αισθητά την πανηγυρική εικόνα: 48. Τόσα είναι τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη συμφωνία, όταν η ιστορική λεηλασία των μοναστηριών της Ανατολικής Μακεδονίας αφορούσε συλλογές πολλαπλάσιου μεγέθους και όταν ακόμη και σήμερα η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ότι άλλα ιστορικά αντικείμενα παραμένουν εκτός και θα αποτελέσουν αντικείμενο νέων διαπραγματεύσεων.
Διαβάστε περισσότερα στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας «Κυριακάτικης δημοκρατία».