Κουνάει το δάχτυλο στην Ευρώπη και υπόσχεται στους πολίτες που αδυνατούν να βρουν προσιτή στέγη ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Προσπαθώντας να δείξει καινοτόμος και πρωτοπόρος απέναντι στο στεγαστικό, ενώ στην πραγματικότητα είναι «κενός»… ο Πρωθυπουργός εμφανίστηκε στο συνέδριο «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη», παρουσιάζοντας μια ακόμα πρωτοποριακή ιδέα, την περαιτέρω παράδοση του αστικού ιστού στα μεγάλα κατασκευαστικά συμφέροντα και τα funds.
Στην τοποθέτησή του, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η κρίση στέγασης είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα και υποστήριξε την ανάγκη για παροχή κινήτρων και πολιτικής συμφωνίας. «Προτείνω εδώ μια ιδέα: θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα είδος νέου προϊόντος για τον ιδιωτικό τομέα, που θα είναι ένα προϊόν “χτίσιμο για ενοικίαση”, build-to-rent», ανέφερε. Παράλληλα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω επιβάρυνση του ήδη επιβαρυντικού αστικού ιστού, συμπλήρωσε: «Κάποια στιγμή πρέπει να θεσπίσουμε και κάποιου είδους πολιτική συμφωνία, αν θέλουμε να χτίσουμε περισσότερα, να δώσουμε κίνητρα, όπως να έχουμε κάποιο ύψος στα κτήριά μας, γιατί αυτή είναι μια πυκνοκατοικημένη πόλη, δεν έχουμε χώρο».
Συνεχίζοντας την υποκρισιά πιχειρηματολόγησε υπέρ του λέγοντας: «Είμαστε μία από τις λίγες κυβερνήσεις, αν όχι η μοναδική κυβέρνηση που παρέχει άμεση στήριξη ενοικίου σε κάθε Έλληνα που νοικιάζει ένα ακίνητο ως κύρια κατοικία στην Ελλάδα». Μάλιστα, δεν παρέλειψε να επιτεθεί στην ισπανική κυβέρνηση, δηλώνοντας ότι «μια σοσιαλιστική κυβέρνηση που παρουσιαζόταν από τα σοσιαλιστικά κόμματα ως πρότυπο, απέτυχε πλήρως να αντιμετωπίσει αυτή την κρίση και κατέρρευσε».
Την ώρα που η δική του κυβέρνηση παρακολουθεί αμέτοχη εδώ και χρόνια την εκτόξευση των ενοικίων, την εξάπλωση του ανεξέλεγκτου Airbnb και την εξαφάνιση της προσιτής κατοικίας, επιλέγει να επιτεθεί αλλού για να κρύψει τη δική της αδράνεια.
Κανένα μέτρο για την προστασία των ενοικιαστών, κανένα πλαφόν στις τιμές και φρένο στις κερδοσκοπικές τακτικές. Το μόνο που ενδιαφέρει τον Πρωθυπουργό είναι να λειτουργεί ως υπάλληλος των πολυεθνικών, των funds και των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων, τάζοντάς τους νέα πεδία κερδοφορίας και ψηλότερα τσιμεντένια κτίρια.