Αιχμές για τους χειρισμούς του Κυπριακού από τις διαδοχικές κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου αφήνει ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, ζητώντας αλλαγή στρατηγικής στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Διαπιστώνοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποδώσει και ότι οι εξελίξεις δεν οδηγούν σε ουσιαστική λύση, ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου θέτει εμμέσως υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα της πολιτικής που ακολουθείται επί χρόνια, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής. Παράλληλα, υπεραμύνεται του διαλόγου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετείται για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Μιλώντας στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Αρχιεπίσκοπος υπογράμμισε ότι η συνέχιση της ίδιας τακτικής δεν φαίνεται να οδηγεί πουθενά, ενώ ξεκαθάρισε ότι το άνοιγμα νέων οδοφραγμάτων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επίλυση του εθνικού ζητήματος. Η παρέμβασή του επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα εάν η πολιτική των διαδοχικών υποχωρήσεων έχει ενισχύσει πραγματικά την κυπριακή πλευρά ή έχει διευκολύνει την εδραίωση των τετελεσμένων της κατοχής.
Ο κ. Γεώργιος κάλεσε τον Ελληνισμό, στην Ελλάδα, στην Κύπρο και τη διασπορά, να συντονίσει τις προσπάθειές του, αξιοποιώντας τις συμμαχίες και τα μέσα πίεσης που διαθέτει. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη δυνατότητα Ελλάδας και Κύπρου, ως κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, να αξιοποιήσουν την ευρωπαϊκή τους ιδιότητα για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. «Ο,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι να το απολαύσουμε και εμείς» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε τον ρόλο του Βατικανού, επισημαίνοντας ότι το εκτεταμένο διπλωματικό του δίκτυο μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων διεθνώς. Ανησυχία εξέφρασε και για τις εκκλησίες στα Κατεχόμενα, τονίζοντας ότι η αποκατάσταση των μνημείων δεν αρκεί, εάν αυτά δεν επιστραφούν στη θρησκευτική χρήση για την οποία ανεγέρθηκαν.
Απαντώντας στις επικρίσεις για τον διάλογο με τους καθολικούς, δήλωσε: «Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», υποστηρίζοντας ότι στόχος είναι η αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας. Τέλος, για τη Μονή Οσίου Αββακούμ, επανέλαβε ότι οι καθαιρεθέντες κληρικοί δεν μπορούν, σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη, να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις.