Η συμφωνία με τη Βουλγαρία παρουσιάστηκε ως επιτυχία της «πολιτιστικής διπλωματίας». Ομως η Συνθήκη του Νεϊγί από το 1919 δεν μιλούσε για ανταλλαγές, «καταθέσεις» ή αμοιβαίες χειρονομίες. Υποχρέωνε τη Βουλγαρία να αναζητήσει και να επιστρέψει όσα είχαν αφαιρεθεί από την Ελλάδα.
Η επιστροφή 48 ιστορικών και εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα παρουσιάστηκε στις αρχές Οκτωβρίου του 2026 ως μια μεγάλη επιτυχία της πολιτιστικής διπλωματίας. Οι εικόνες, οι σταυροί, τα άμφια, οι λειψανοθήκες, τα εκκλησιαστικά σκεύη και ο επισκοπικός θρόνος που είχαν απομακρυνθεί το 1917 από την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και τις Μονές Τιμίου Προδρόμου και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης επέστρεψαν έπειτα από περισσότερο από έναν αιώνα.
Η κυβερνητική ανακοίνωση της 29ης Σεπτεμβρίου έκανε λόγο για μνημόνιο κατανόησης που προβλέπει αμοιβαία «κατάθεση» κειμηλίων: η Βουλγαρία παραδίδει τα 48 αντικείμενα και η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως του τσάρου Σαμουήλ μαζί με άλλο ανθρωπολογικό υλικό από τις σαρκοφάγους του Αγίου Αχιλλείου.
Αυτό όμως είναι και το πιο προβληματικό σημείο της υπόθεσης. Διότι τα συγκεκριμένα ελληνικά κειμήλια δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά το 2026 ως αντικείμενο μιας ελεύθερης πολιτιστικής διαπραγμάτευσης μεταξύ δύο κρατών. Τα 48 κειμήλια δεν επέστρεψαν σε ένα ιστορικό κενό.
Είχαν αφαιρεθεί το 1917. Και η τύχη των αντικειμένων που αφαιρέθηκαν από τα ελληνικά εδάφη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ρυθμιστεί ήδη από το 1919, με διεθνή Συνθήκη την οποία είχε υπογράψει η ίδια η Βουλγαρία. Η Συνθήκη του Νεϊγί δεν προέβλεπε ότι η Ελλάδα όφειλε να προσφέρει κάτι ως αντάλλαγμα. Δεν μιλούσε για αμοιβαία «κατάθεση». Δεν αντιμετώπιζε τα αρπαγέντα αντικείμενα ως διαπραγματευτικό κεφάλαιο. Προέβλεπε υποχρέωση αναζήτησης και επιστροφής τους.
Κι όμως, ούτε στην επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση της 29ης Σεπτεμβρίου ούτε στην ομιλία του πρωθυπουργού κατά την τελετή της 3ης Οκτωβρίου προβάλλεται η Συνθήκη του Νεϊγί ως νομική και ιστορική βάση της επιστροφής. Αντίθετα, η συμφωνία περιγράφεται ως προϊόν «πολιτιστικής διπλωματίας», ενώ ο πρωθυπουργός μίλησε για το ότι η Αθήνα «εκπληρώνει το δικό της χρέος» παραδίδοντας στη Σόφια τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ.
Αναφέρθηκε ακόμη στην ανάγκη υπέρβασης της «λογικής, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων». Η επιλογή αυτή έχει πολιτική και νομική σημασία: η επιστροφή αντικειμένων για τα οποία υπάρχει ρητή μεταπολεμική συμβατική πρόβλεψη παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα αμοιβαιότητας και συμβιβασμού και όχι ως εκπλήρωση μιας παλαιότερης υποχρέωσης.
Παρερμηνείες
Τι ακριβώς έλεγε η Συνθήκη του Νεϊγί: Η Συνθήκη υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919 στο Νεϊγί-σιρ-Σεν, έξω από το Παρίσι. Στο Μέρος VII, το οποίο αφορά τις επανορθώσεις, περιλαμβάνει μια αλληλουχία διατάξεων που δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας για τη φύση των βουλγαρικών υποχρεώσεων.
Το άρθρο 121 καθόριζε τη γενική υποχρέωση επανόρθωσης της Βουλγαρίας. Η Βουλγαρία αναγνώριζε ότι η συμμετοχή της στον πόλεμο είχε προκαλέσει στις Συμμαχικές και Συνασπισμένες Δυνάμεις απώλειες και θυσίες για τις οποίες όφειλε επανόρθωση. Λόγω της οικονομικής της δυνατότητας, το ποσό καθοριζόταν σε 2.250.000.000 χρυσά φράγκα.
Η σημασία του άρθρου αυτού για τα κειμήλια βρίσκεται σε όσα ακολουθούν. Το άρθρο 125 αρχίζει ρητά με τη φράση ότι οι επιστροφές γίνονται «πέραν» των πληρωμών του άρθρου 121. Συνεπώς, η χρηματική επανόρθωση και η επιστροφή των αφαιρεθέντων αντικειμένων ήταν δύο διαφορετικές υποχρεώσεις. Η Βουλγαρία αναλάμβανε να επιστρέψει αντικείμενα κάθε φύσεως και χρεόγραφα που είχαν αφαιρεθεί, κατασχεθεί ή τεθεί υπό μεσεγγύηση στα εδάφη της Ελλάδας, της Ρουμανίας ή της Σερβίας, εφόσον μπορούσαν να ταυτοποιηθούν στη βουλγαρική επικράτεια.
Το ίδιο άρθρο όριζε συγκεκριμένο μηχανισμό. Η Ελλάδα, η Ρουμανία και το Σερβοκροατοσλοβενικό Κράτος όφειλαν μέσα σε τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης να καταθέσουν στην αρμόδια Διασυμμαχική Επιτροπή καταλόγους αντικειμένων για τα οποία μπορούσαν να αποδείξουν ότι είχαν αφαιρεθεί από κατεχόμενες περιοχές και βρίσκονταν στη Βουλγαρία. Μαζί με τους καταλόγους έπρεπε να παρέχουν κάθε πληροφορία που μπορούσε να βοηθήσει στην ανακάλυψη και την ταυτοποίησή τους.
Το ισχυρότερο όμως σημείο του άρθρου 125 βρισκόταν στην υποχρέωση της ίδιας της βουλγαρικής κυβέρνησης. Η Συνθήκη όριζε ότι η Βουλγαρία όφειλε να διευκολύνει «με όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή της» την ανακάλυψη των αντικειμένων. Επιπλέον, μέσα σε τρεις μήνες έπρεπε να θεσπίσει νομοθεσία που θα υποχρέωνε όλους τους Βούλγαρους υπηκόους να δηλώσουν τέτοια αντικείμενα ή χρεόγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή τους, με συνέπειες για όσους τα απέκρυπταν. Η υποχρέωση επομένως δεν σταματούσε στις δημόσιες συλλογές.
Επεκτεινόταν και στα αντικείμενα που είχαν καταλήξει σε ιδιωτικά χέρια. Επί λέξει το άρθρο 125 ορίζει: «Η Βουλγαρία, πλην των εν άρθρω 121 προβλεπομένων πληρωμών, υποχρεούται να αποδώση, κατά τους ορισθεισομένους υπό της Επιτροπής των Επανορθώσεων όρους, τα αρπαγέντα, κατεσχεθέντα ή τεθέντα υπό μεσεγγύησιν εις τα καθ’ ων εγένετο επιδρομή εδάφη της Ελλάδος, της Ρουμανίας ή της Σερβίας, αντικείμενα παντός είδους και χρεώγραφα, εις ας περιπτώσεις καθίσταται εφικτή η εξακρίβωσις της ταυτότητός των εν τη χώρα της Βουλγαρίας, εξαιρέσει των κτηνών ως προς τα οποία θέλει εφαρμοστεί η οριζομένη υπό του άρθρου 127 διαδικασία».
Τέλος, το άρθρο 130 προέβλεπε τη δημιουργία στη Σόφια Διασυμμαχικής Επιτροπής από εκπροσώπους της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Η Βουλγαρία θα εκπροσωπούνταν από επίτροπο, αλλά χωρίς ψήφο, και όφειλε να θεσπίσει την αναγκαία νομοθεσία ώστε η επιτροπή να μπορεί να ασκεί τις αρμοδιότητές της. Η εφαρμογή των υποχρεώσεων δεν είχε επομένως αφεθεί αποκλειστικά στην καλή θέληση της Σόφιας. Η Συνθήκη είχε προβλέψει διεθνή εποπτικό μηχανισμό.
Η εικόνα των άρθρων
Η συνολική εικόνα των άρθρων είναι καθαρή: 121, αποζημίωση· 125, επιστροφή των αφαιρεθέντων και ενεργητική αναζήτησή τους· 126, ειδική προστασία αρχείων και πολιτιστικών αγαθών· 127, υλική αποκατάσταση άλλων αφαιρεθέντων αγαθών· 130, διεθνής μηχανισμός εφαρμογής.
Η Ελλάδα είχε ήδη χρησιμοποιήσει τη Συνθήκη – και πήρε πίσω εκατοντάδες χειρόγραφα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Συνθήκη του Νεϊγί δεν αποτελεί σήμερα απλώς ένα παλαιό κείμενο που ανακαλύφθηκε εκ των υστέρων. Η Ελλάδα την είχε χρησιμοποιήσει στην πράξη ήδη από τη δεκαετία του 1920.
Τον Μάιο του 1923 ο αρχαιολόγος και βυζαντινολόγος Γεώργιος Σωτηρίου μετέβη στη Σόφια ως μέλος ελληνικής αποστολής για την παραλαβή χειρογράφων και κειμηλίων των μονών της Ανατολικής Μακεδονίας. Η αποστολή αυτή συνδεόταν ακριβώς με την εφαρμογή των μεταπολεμικών προβλέψεων για επιστροφή των αφαιρεθέντων πολιτιστικών αγαθών.
Η δυσκολία βρισκόταν στην τεκμηρίωση. Οι ελληνικές μονές δεν διέθεταν ολοκληρωμένους και σύγχρονους καταλόγους όλων των συλλογών τους πριν από το 1917. Ο Σωτηρίου ανέφερε αργότερα ότι η ελληνική πλευρά αναγκάστηκε να συντάξει καταστάσεις χρησιμοποιώντας παλαιότερες δημοσιεύσεις μελετητών. Οταν έφθασε στη Σόφια, μεγάλο μέρος των αντικειμένων που επρόκειτο να παραδοθούν βρισκόταν ήδη συσκευασμένο σε κιβώτια.
Η ελληνική αποστολή δεν είχε επομένως στα χέρια της την πλήρη εικόνα όσων είχαν μεταφερθεί. Παρά τις δυσκολίες, το 1923 επέστρεψαν στην Ελλάδα 259 ελληνικά χειρόγραφα. Η επιστροφή αυτή έχει τεράστια σημασία για τη σημερινή συζήτηση. Αποδεικνύει ότι οι ρυθμίσεις του Νεϊγί δεν αντιμετωπίστηκαν τότε ως θεωρητικές ή ανενεργές. Παρήγαγαν πραγματικό αποτέλεσμα: χειρόγραφα που είχαν μεταφερθεί στη Βουλγαρία επέστρεψαν στην Ελλάδα.
Ακριβώς γι’ αυτό η μη προβολή της Συνθήκης το 2026 προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση. Η Ελλάδα δεν χρειαζόταν να ανακαλύψει ένα νέο ιστορικό επιχείρημα. Υπήρχε ήδη προηγούμενο εφαρμογής της ίδιας Συνθήκης για αντικείμενα της ίδιας ιστορικής περιόδου και των ίδιων μοναστηριακών συλλογών.
Από την υποχρέωση επιστροφής, στην «αμοιβαία κατάθεση». Η συμφωνία του 2026 ακολούθησε διαφορετική λογική. Η επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού δεν περιγράφει απλώς την παράδοση των 48 ελληνικών αντικειμένων. Χρησιμοποιεί τον όρο «αμοιβαία “κατάθεση” κειμηλίων ιστορικής αξίας για τις δύο χώρες». Στο ίδιο πλαίσιο, η Ελλάδα παραδίδει στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως του τσάρου Σαμουήλ και άλλο ανθρωπολογικό υλικό.
Αυτή η φόρμουλα δεν είναι ταυτόσημη με τη λογική των άρθρων 125 και 126. Η Συνθήκη του Νεϊγί αντιμετώπιζε τα αφαιρεθέντα αντικείμενα ως πράγματα που έπρεπε να επιστραφούν στον τόπο από τον οποίο είχαν αφαιρεθεί, χωρίς να εξαρτά αυτή την υποχρέωση από την παράδοση άλλου αντικειμένου από την Ελλάδα.
Η κυβέρνηση επέλεξε το 2026 να παρουσιάσει τη διαδικασία ως αμοιβαία πολιτιστική διευθέτηση. Ο πρωθυπουργός δήλωσε στη Θεσσαλονίκη ότι τα 48 αντικείμενα «γυρίζουν» στην Ελλάδα, αλλά στην ίδια ομιλία ανέφερε ότι η Αθήνα «εκπληρώνει το δικό της χρέος» παραδίδοντας στη Βουλγαρία τα λείψανα του Σαμουήλ. Παρουσίασε δε τη συμφωνία ως υπέρβαση μιας μακράς περιόδου «ακινησίας» και της «λογικής, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων».
Το ουσιώδες πρόβλημα είναι ότι η επιστροφή των ελληνικών κειμηλίων εντάχθηκε πολιτικά στην αμοιβαία συναλλαγή χωρίς να καταγραφεί δημόσια ότι για τα αντικείμενα που αφαιρέθηκαν από την Ελλάδα το 1917 υπήρχε ήδη ειδική διεθνής συμβατική ρύθμιση από το 1919. Αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα ιστορικής ορολογίας. Η νομική βάση που επιλέγει ένα κράτος σήμερα δημιουργεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αντιμετωπίσει αύριο τα υπόλοιπα αντικείμενα.
Η κυβερνητική ανακοίνωση αναφέρει ότι οι δύο χώρες θα συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για την ταυτοποίηση και την ένταξη σε επόμενη συμφωνία και άλλων ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Εδώ βρίσκεται ίσως η σοβαρότερη συνέπεια της σημερινής επιλογής. Εάν τα επόμενα ελληνικά κειμήλια αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αντικείμενα μιας νέας αμοιβαίας διαπραγμάτευσης, τότε το σημείο εκκίνησης παύει να είναι η υποχρέωση επιστροφής που είχε ήδη αναλάβει η Βουλγαρία και μεταφέρεται στο τι είναι κάθε φορά διατεθειμένες να ανταλλάξουν ή να «καταθέσουν» οι δύο πλευρές.
Διαπραγματεύσεις
Τα 48 κειμήλια δεν κλείνουν τον λογαριασμό. Η επιστροφή τους δεν συνεπάγεται ότι έκλεισε η ιστορική υπόθεση του 1917. Το αντίθετο: Η ίδια η συμφωνία παραδέχεται ότι υπάρχουν κι άλλα αντικείμενα για τα οποία θα συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, παραμένει ανοικτό το πολύ μεγαλύτερο ζήτημα των χειρογράφων.
Είναι τεκμηριωμένο ότι το 1923 επέστρεψαν 259 τόμοι. Είναι επίσης γνωστό ότι στη Βουλγαρία εξακολούθησαν να υπάρχουν σημαντικές συλλογές ελληνικών χειρογράφων, μέρος των οποίων συνδέεται από την επιστημονική βιβλιογραφία με τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες της Ανατολικής Μακεδονίας. Η ιστορική έρευνα δεν επιτρέπει μια απλοϊκή αφαίρεση αριθμών για να υπολογιστεί πόσα «λείπουν». Απαιτεί ταυτοποίηση κώδικα προς κώδικα, με παλαιούς καταλόγους, σφραγίδες, σημειώματα, περιγραφές, διαστάσεις, βιβλιοδεσίες και ιστορικό προέλευσης.
Αυτό όμως ενισχύει και δεν αποδυναμώνει τη σημασία του άρθρου 126. Η διάταξη δεν περιορίζει την υποχρέωση στα αντικείμενα που είχαν ήδη εντοπιστεί το 1919. Χρησιμοποιεί το ρήμα «αναζητήση». Το βάρος της διάταξης βρίσκεται ακριβώς στην αναζήτηση, στην ταυτοποίηση και κατόπιν στην απόδοση. Γι’ αυτό και το ουσιαστικό επόμενο βήμα για την ελληνική πλευρά δεν είναι απλώς μια δεύτερη πολιτιστική ανταλλαγή.
Είναι η συστηματική συγκρότηση ενός πλήρους φακέλου: οι κατάλογοι που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1919, το πρακτικό παραλαβής του 1923, η αλληλογραφία του Γεωργίου Σωτηρίου, τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, οι παλαιοί μοναστηριακοί κατάλογοι, οι βουλγαρικές καταγραφές και οι σημερινές συλλογές πρέπει να διασταυρωθούν αντικείμενο προς αντικείμενο.
Οι προβλέψεις για αρχαιότητες και αποζημιώσεις
Για τα χειρόγραφα, τα αρχεία, τις αρχαιότητες και τα εκκλησιαστικά κειμήλια ακόμη πιο σαφές ήταν το άρθρο 126. Η διατύπωσή του δεν μιλά για διαπραγμάτευση αλλά για συγκεκριμένη υποχρέωση: «Η Βουλγαρία υποχρεούται να αναζητήση και αποδώση τη Ελλάδι, τη Ρουμανία και τω Σερβο-Κροατο-Σλοβενικό Κράτει πάντα τα κατά την διάρκεια του πολέμου εξ εκάστης των χωρών τούτων αρπαγέντα έγγραφα ή αρχεία και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος.
Πάσα μεταξύ των ως άνω αναφερομένων Δυνάμεων και της Βουλγαρίας αναφυομένη αμφισβήτησις περί της κυριότητος των διαφόρων τούτων πραγμάτων θα παραπέμπηται εις διαιτητήν, υποδεικνυόμενον υπό της διασυμμαχικής Επιτροπής, ούτινος η απόφασις θα είναι οριστική».
Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο χρησιμοποιεί την ακόμη πιο χαρακτηριστική διατύπωση «seek for and forthwith to return»: να αναζητήσει και να επιστρέψει αμέσως. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 126 προέβλεπε μάλιστα τι θα συνέβαινε αν η Βουλγαρία αμφισβητούσε την κυριότητα ενός αντικειμένου. Η διαφορά δεν θα παρέμενε αντικείμενο ατέρμονης διμερούς διαπραγμάτευσης. Θα παραπεμπόταν σε διαιτητή που θα όριζε η Διασυμμαχική Επιτροπή και η απόφαση του διαιτητή θα ήταν οριστική.
Το άρθρο 127 ενισχύει ακόμη περισσότερο τη διάκριση ανάμεσα στην αποζημίωση και την αποκατάσταση όσων είχαν αφαιρεθεί. Η Βουλγαρία αναλάμβανε να παραδώσει στην Ελλάδα συγκεκριμένο αριθμό ζώων: 15 ταύρους, 1.500 αγελάδες, 2.250 άλογα και φοράδες και άλλες κατηγορίες ζωικού κεφαλαίου. Η πρόβλεψη εντασσόταν στην ίδια λογική αποκατάστασης των απωλειών που είχαν προκληθεί στις κατεχόμενες περιοχές και όχι σε μια απλή εμπορική ανταλλαγή.