Σε ένα θρίλερ για γερά νεύρα, με φόντο 68 εκατ. ευρώ, άγριο διπλωματικό παρασκήνιο και τις σκοτεινές διαδρομές των «μαύρων Ταμείων» που πλήγωσαν το Ελληνικό Δημόσιο, εξελίσσεται η δικαστική μάχη του ΟΤΕ (νυν Telekom) έναντι του γερμανικού κολοσσού της Siemens.
Η διοίκηση του ελληνικού τηλεπικοινωνιακού ομίλου, εξαντλώντας κάθε ένδικο μέσο, προχώρησε τελικά σε εμπρόθεσμη προσφυγή (Nichtzulassungs beschwerde), στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας, στην Καρλσρούη, καταθέτοντας την ένσταση κυριολεκτικά στο «παρά τρία» της λήξης προθεσμίας που είχε τεθεί σε ισχύ μετά την αρνητική για τον ΟΤΕ απόφαση του Εφετείου του Μονάχου.
Οπως αναμενόταν, ο ΟΤΕ, μέσω του Γερμανού δικηγόρου του, που είναι διαπιστευμένος στο γερμανικό ανώτατο δικαστήριο (ο αντίστοιχος Αρειος Πάγος), κατάφερε να εξασφαλίσει παράταση έως τις αρχές Δεκεμβρίου, χρονικό διάστημα απαραίτητο προκειμένου η νομική ομάδα να προετοιμάσει τον φάκελο τεκμηρίωσης.
Πίσω από την παράταση-ανάσα, ωστόσο, κρύβεται μια γερμανική δικαστική ιδιομορφία, που προκαλεί έντονο προβληματισμό και γεννά εύλογα ερωτήματα. Το γερμανικό δίκαιο επιβάλλει στο ανώτατο επίπεδο συγκεκριμένους, διαπιστευμένους δικηγόρους (BGH-Anwalt). Αυτό σημαίνει ότι ο ορισμένος δικηγόρος του ΟΤΕ δεν αποτελεί επιλογή του οργανισμού, αλλά διορισμό του ίδιου του γερμανικού δικαστηρίου.
Το κρίσιμο σημείο; Ο συγκεκριμένος δικηγόρος έχει εκ του νόμου την απόλυτη δικαιοδοσία να αξιολογήσει την υπόθεση και να εισηγηθεί αν «υπάρχει λόγος» να προχωρήσει. Στα παρασκήνια της υπόθεσης εκφράζεται ήδη έντονη ανησυχία: Μήπως η διοίκηση του ΟΤΕ χρησιμοποιήσει μια τυχόν «συντηρητική» εισήγηση του Γερμανού πληρεξουσίου ως άλλοθι αδράνειας για να κλείσει αθόρυβα την υπόθεση;
Νομικό «παράθυρο»
Οι πιέσεις προς την ελληνική διοίκηση της Telecom (που ουσιαστικά ασκείται υπό πλήρη γερμανικό έλεγχο) είναι ασφυκτικές, ενώ παραστάσεις έχουν γίνει και σε διπλωματικό επίπεδο προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη προκειμένου… να λήξει η υπόθεση «ησύχως». Ομως η υποχώρηση δεν είναι επιλογή, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το προκλητικό και σχεδόν τραγελαφικό σκεπτικό του Εφετείου του Μονάχου, με το οποίο απορρίφθηκε η αποζημίωση. Το γερμανικό δικαστήριο αναγνώρισε πανηγυρικά ότι υπήρξαν μίζες, αλλά απέφυγε προκλητικά να ορίσει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα, απορρίπτοντας την αγωγή με το στενό σκεπτικό ότι «δεν αποδείχθηκε η ακριβής οικονομική ζημία».
Αντί για επιστημονική τεκμηρίωση το Εφετείο βασίστηκε τυφλά στην κατάθεση του Βάλτερ Μπέρνσαου, του πρώην αρχιταμία των διαβόητων «μαύρων Ταμείων» της Siemens. Πρόκειται για τον άνθρωπο που έχει ομολογήσει τις στενές επαφές και τις σκοτεινές διαδρομές με τον -φυγόδικο ακόμα και σήμερα- πρώην οικονομικό διευθυντή της Siemens Ελλάδος Χρήστο Καραβέλα.
Στο ίδιο κάδρο των πρωταγωνιστών της εποχής προστίθεται, βέβαια, και ο πρώην γενικός διευθυντής του τομέα τηλεπικοινωνιών Ηλίας Γεωργίου, ο οποίος σε μια μνημειώδη δημόσια τοποθέτηση -παρουσία του τότε δικηγόρου του, Κωνσταντίνου Πλεύρη (πατέρα του σημερινού υπουργού)- μίλησε ανοιχτά για πρόσωπα και πράγματα, δίχως όμως κανένας εισαγγελέας να συγκινηθεί ή να ενδιαφερθεί να ψάξει σε βάθος την αλήθεια.
Οι σκοτεινές αυτές διαδρομές, σύμφωνα με τις έντονες φήμες της εποχής, δεν περιορίζονταν σε υψηλόβαθμα στελέχη της Siemens, αλλά άπλωναν τα πλοκάμια τους σε κυβερνητικούς παράγοντες, φτάνοντας μέχρι και το ίδιο το πρωθυπουργικό γραφείο.
Αυτό το σκεπτικό αποτελεί και το μεγάλο νομικό παράθυρο για τον ΟΤΕ. Η Begründung (η πλήρης αιτιολόγηση της προσφυγής) που πρέπει να κατατεθεί έως τις 15 Δεκεμβρίου δεν είναι μια τυπική γραφειοκρατική υποχρέωση, αλλά η «καρδιά» της μάχης. Εκεί πρέπει να αποδειχθεί περίτρανα ότι το μαύρο χρήμα νόθευσε εξαρχής το κόστος των συμβάσεων.
Σε κάθε περίπτωση η «δημοκρατία» θα παρακολουθήσει στενά την υπόθεση, όπως έχει κάνει μέχρι σήμερα, γιατί, όταν έχει υπάρξει ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή του Ελληνα φορολογουμένου, δεν υπάρχουν περιθώρια για «σιωπηλούς συμβιβασμούς» και παιχνίδια τακτικής προκειμένου να μη διαταραχθούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ζημιά που υπέστη ο Οργανισμός -και κατ’ επέκταση το Ελληνικό Δημόσιο- είναι τεράστια και ξεπερνά κατά πολύ τα 68 εκατ.
Οποιαδήποτε υπαναχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ πριν εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα, με πρόσχημα τις εισηγήσεις των διορισμένων Γερμανών νομικών, συνιστά προκλητική ολιγωρία και ασφαλώς αφήνει τα στελέχη εκτεθειμένα ακόμη και για το κακουργηματικό αδίκημα της απιστίας.
