- Του Γιώργου Τραπεζιώτη
Σαν χάρτινος πύργος κατέρρευσε το που καλλιέργησαν η κυβέρνηση Μητσοτάκη και άλλα συμφέροντα γύρω από την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.
Την… πολύφερνη νύφη της αμερικανικής διπλωματίας, με τη μηδενική διπλωματική εμπειρία, που λανσαρίστηκε κι ως το πολύτιμο διαβατήριο της χώρας προς τον στενό κύκλο του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία από την πρώτη στιγμή έγινε το πρόσωπο γύρω από το οποίο συνωστίσθηκαν άπαντες. Κυβερνητικά στελέχη, επιχειρηματίες, οικονομικοί παράγοντες, λομπίστες, επίδοξοι μεσάζοντες κι επαγγελματίες των πολιτικών διασυνδέσεων, με τις φωτογραφίες να περισσεύουν. Όσο για τώρα; Περισσεύουν πλέον μόνο τα πολλά αναπάντητα ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις μετά την αποπομπή της Γκίλφοϊλ.
Στις 17 Δεκεμβρίου 2024 ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευδε να αξιοποιήσει πολιτικά τον διορισμό της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η επιλογή της από τον Τραμπ αυτομάτως αποτελούσε και μήνυμα για τη σημασία της Ελλάδας. «Ίσως να λέει κάτι αυτό για την επιλογή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ» δήλωνε, τότε, βάζοντας επισήμως και την κυβερνητική βούλα στην εικόνα μιας αυθαίρετα, για τις ανάγκες της επικοινωνίας, αναβαθμισμένης ελληνοαμερικανικής σχέσης.
Οι μετέπειτα εξελίξεις, όμως, εκθέτουν το αφήγημα που καλλιεργήθηκε, κοντόφθαλμα πολιτικά και με δόσεις έντονου… επαρχιωτισμού διπλωματικά, γύρω από το πρόσωπο της νέας απεσταλμένης των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, λοιπόν, που επένδυσε επικοινωνιακά ακριβώς σε αυτή την «αόρατη» εγγύτητα με τον κύκλο Τραμπ, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με τις συνέπειες της επιλογής της, καθώς οι αποκαλύψεις για τη θητεία της Γκίλφοϊλ μετατρέπουν το πολυδιαφημισμένο διπλωματικό πλεονέκτημα σε απόλυτο Βατερλό και σε μια θρυμματισμένη βιτρίνα εντυπώσεων.
Όπως είναι ήδη γνωστό, η Γκίλφοϊλ αποχώρησε ταπεινωτικά από τη θέση της στις 13 Οκτωβρίου, έπειτα από σχετικό αίτημα του Λευκού Οίκου να παραιτηθεί. Είχαν προηγηθεί οι κατακλυσμιαίες αποκαλύψεις της «Wall Street Journal», στις οποίες εκτενώς και με πρωτοσέλιδα είχε αναφερθεί από την πρώτη στιγμή η «δημοκρατία», σε αντίθεση με τα περισσότερα ΜΜΕ.
Αποκαλύψεις που περιλαμβάνουν σοβαρότατες καταγγελίες που εξέθεταν και την πατρίδα μας, για την προώθηση μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, την παρουσία λομπίστα σε διπλωματικές συναντήσεις, πολυτελείς μετακινήσεις αλλά και ένα φερόμενο αίτημα από την ίδια προς υποστηρικτή των Ρεπουμπλικάνων να καλύψει προσωπική της οφειλή, ύψους 100.000 δολαρίων, σε τραπεζική κάρτα με αντάλλαγμα, κατά τα δημοσιεύματα, πρόσβαση σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες, ενώ οι δικηγόροι της αμφισβητούν την αυθεντικότητα των επίμαχων μηνυμάτων και υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για αμοιβές που της οφείλονταν.
Η έρευνα σαφώς και δεν έχει υποκαταστήσει τη δικαστική κρίση. Έχει, όμως, ήδη προκαλέσει πολιτικό σεισμό. Σεισμό στο επίκεντρο του οποίου, όμως, πέραν όλων των άλλων που αφορούν τον σκανδαλωδώς πολυτελή βίο που διήγαγε η Γκίλφοϊλ και την παρασιτική σχέση που είχαν αναπτύξει σε διάφορα επίπεδα όσοι κατάφεραν να βρεθούν στο πλευρό της, βρίσκονται επίσης η ελληνική ενεργειακή διπλωματία και η προώθηση αμερικανικού LNG μέσω του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου, που συνδέει την Ελλάδα με τις αγορές των Βαλκανίων, της κεντρικής Ευρώπης και της Ουκρανίας.
Συμφωνίες δισεκατομμυρίων και στρατηγικές επιλογές που συνυφαίνονται (ή διαπλέκονται;) με μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, εγείροντας τελικά το μέγα πλην όμως εκρηκτικό ερώτημα: Πού τελειώνει η εξυπηρέτηση του εθνικού και συμμαχικού στρατηγικού σχεδιασμού και πού αρχίζει η προνομιακή εξυπηρέτηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων;
Διαβάστε περισσότερα στη σημερινή εφημερίδα «δημοκρατία»