Ακούγοντας τον υφυπουργό Εξωτερικών, Τάσο Χατζηβασιλείου, να δηλώνει άνετος ότι «η στελέχωση ξένων πρεσβειών στη χώρα μας είναι εκτός αρμοδιότητας της ελληνικής κυβέρνησης», αναρωτιέται κανείς αν παρακολουθεί δηλώσεις εκπροσώπου ανεξάρτητου ευρωπαϊκού κράτους ή διαχειριστή κάποιας αποικίας.
Είναι προφανές και αυτονόητο πως κάθε χώρα επιλέγει τους διπλωμάτες της. Εκείνο όμως που παραλείπει ή μάλλον επιλέγει να αγνοήσει η κυβέρνηση, είναι πως ένα κυρίαρχο κράτος διαθέτει όχι μόνο φωνή, αλλά και διπλωματικά εργαλεία όταν το πρόσωπο που εντέλλεται να εκπροσωπήσει μια ξένη δύναμη ξεπερνά τα όρια θεσμικής και δημοκρατικής ανοχής. Το να δηλώνει η Αθήνα πως στερείται άποψης για το ποιος τοποθετείται στην αμερικανική πρεσβεία, τη στιγμή που εγείρονται τόσο σκιώδη ζητήματα, είναι μια κίνηση θρασύδειλη.
Ο κ. Χατζηβασιλείου χαρακτήρισε τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης ως «λαϊκισμό» και «παραπολιτικά». Είναι όμως παραπολιτική η ευθεία απειλή κατά της δημοκρατικής ομαλότητας της χώρας; Πώς ακριβώς μπορεί μια κυβέρνηση να κλείνει τα μάτια μπροστά σε διαρροές για τις συνομιλίες της Κίμπερλι Γκιλφόιλ με τον Σταύρο Παπασταύρου;
Η απερχόμενη πρέσβειρα δεν αρκέστηκε στην προώθηση των συμφερόντων της χώρας της. Φέρεται να καυχήθηκε ανοιχτά για την αμερικανική παρέμβαση που οδήγησε στην κατάρρευση της κυβέρνησης στη Ρουμανία, με την προειδοποίηση: «Μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ».
Όταν ένας ξένος διπλωμάτης απειλεί με ανατροπή την ίδια την κυβέρνηση που τον φιλοξενεί, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ο στρουθοκαμηλισμός «εμείς θα συνεργαστούμε με όποιον μας στείλουν»…
Αν κάποιος διατηρούσε την παραμικρή αμφιβολία για το πώς αντιμετώπιζε η κυρία Γκιλφόιλ τη χώρα μας, αρκεί να διαβάσει την επιστολή παραίτησής της. Πρόκειται για ένα κείμενο-ύμνο στο δόγμα «America First», μια ωδή στον Ντόναλντ Τραμπ, στον Μάρκο Ρούμπιο και στην αμερικανική ενεργειακή υπεροχή. Η επιστολή αναλώνεται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια της ίδιας να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στις «ψευδείς κατηγορίες», μιλώντας για την ακεραιότητά της και τη δημόσια υπηρεσία της.
Η Ελλάδα; Ο λαός που τη φιλοξένησε; Στριμώχτηκε κυριολεκτικά στην τελευταία παράγραφο του κειμένου. Μια προσβλητικά διεκπεραιωτική αναφορά μερικών λέξεων για το «θερμό καλωσόρισμα» και τη «φιλοξενία», σαν να επρόκειτο για τουρίστρια που ευχαριστεί το προσωπικό του ξενοδοχείου της πριν αναχωρήσει για το αεροδρόμιο.
Τόσο πολύ μας υπολόγιζε η εκπρόσωπος της «ισχυρής συμμαχίας», και τόσο πολύ σέβεται τον εαυτό της μια κυβέρνηση που δέχεται αδιαμαρτύρητα τέτοιες συμπεριφορές, κρύβοντας την ατολμία της κάτω από το βολικό χαλί του αντι-λαϊκισμού.
Δείτε επίσης: