Το 27,5% των νοικοκυριών στο φάσμα της φτώχειας
Η Ελλάδα παραμένει στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ενωση μετά τη Βουλγαρία
Τον ανήφορο της ακρίβειας συνεχίζουν να ανεβαίνουν τα ελληνικά νοικοκυριά, με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού να αυξάνεται και την Ελλάδα να παραμένει στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ενεργειακή κρίση και οι απλησίαστες τιμές σε βασικά αγαθά επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης.
- Από τον Γιώργο Χατζηδημητρίου
Παρά τις «τιτάνιες» προσπάθειες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, τον οποίο η εγχώρια προπαγάνδα εμφανίζει ως τον ηγέτη που επιβάλλει τις απόψεις του στην Ε.Ε., οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έχουν απαντήσεις για το αυξημένο ενεργειακό κόστος, ούτε και προτείνουν κάποιο συγκεκριμένο πακέτο άμεσης στήριξης των χειμαζόμενων νοικοκυριών.
Τα στοιχεία για το 2025 αποτυπώνουν τη δυσκολία που αντιμετωπίζει σημαντικό τμήμα του πληθυσμού να ανταποκριθεί στις καθημερινές ανάγκες. Σύμφωνα με τη Eurostat, το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα ανήλθε στο 27,5%, από 26,9% το 2024, καταγράφοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες. Με άλλα λόγια, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις κατοίκους της χώρας βρίσκονται στο φάσμα της απειλητικής φτώχειας.
Η Ελλάδα κατατάσσεται δεύτερη στην Ε.Ε., πίσω μόνο από τη Βουλγαρία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε στο 29% και ακολουθεί στην τρίτη θέση η Ρουμανία με 27,4%. Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με την οριακή βελτίωση που καταγράφηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς το ποσοστό στην Ε.Ε. υποχώρησε στο 20,9% το 2025, από 21% το προηγούμενο έτος.
Η γεωγραφική κατανομή του κινδύνου φτώχειας στην Ελλάδα προκαλεί σοβαρές ανησυχίες, καθόσον τέσσερις περιφέρειες συγκαταλέγονται στις 24 περιφέρειες της Ε.Ε., όπου το σχετικό ποσοστό διαμορφώθηκε τουλάχιστον στο 31,5%. Στη χειρότερη θέση βρίσκεται η Πελοπόννησος, με το ποσοστό να φτάνει στο 38,1%. Ακολουθούν τα Ιόνια Νησιά με 35,7%, η Κεντρική Μακεδονία με 33% και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με 31,6%.
Η εικόνα είναι διαφορετική στην Κρήτη, όπου το ποσοστό περιορίζεται στο 18,2%, αρκετά χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο, ενώ στη Θεσσαλία ανέρχεται στο 30,5%. Οι αποκλίσεις φανερώνουν ότι ο κίνδυνος φτώχειας δεν κατανέμεται ισότιμα, αλλά διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των Περιφερειών.
Οι περιφερειακές ανισότητες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή επιβάρυνση επηρεάζει τόσο τα έξοδα θέρμανσης και ηλεκτρικού ρεύματος όσο και το κόστος μετακίνησης και βασικών αγαθών. Για τα νοικοκυριά με περιορισμένα εισοδήματα κάθε νέα αύξηση ωθεί να σφίγγουν περισσότερο το ζωνάρι, κόβοντας απ’ όπου μπορούν.
Σε επίπεδο Ε.Ε., 92,7 εκατ. άνθρωποι, δηλαδή το 20,9% του πληθυσμού, βρίσκονταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Παρά τη μικρή υποχώρηση του συνολικού ποσοστού οι ανισότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών παραμένουν έντονες, με τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις να εντοπίζονται κυρίως στη νότια και την ανατολική Ευρώπη, καθώς και σε απομακρυσμένες περιοχές της Ένωσης.
Η επιδείνωση των ελληνικών επιδόσεων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εν μέσω της νέας ενεργειακής κρίσης. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας μεταφέρεται στην οικονομία, επιβαρύνοντας την παραγωγή, τις μεταφορές και τις τιμές των προϊόντων, ενώ τα νοικοκυριά καλούνται να διαχειριστούν υπέρμετρες δαπάνες με εισοδήματα που όλο και λιγοστεύουν.
Το ζήτημα τέθηκε στο τραπέζι της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, με τους Ευρωπαίους ηγέτες να ζητούν την εξέταση πρόσθετων και στοχευμένων μέτρων για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους. Ωστόσο, όλα έμειναν στο επίπεδο των διαπιστώσεων. Τίποτε ευνοϊκό δεν αποφασίστηκε για τους πολίτες.
Απτόητο το οικονομικό επιτελείο προβλέπει ενίσχυση των εισοδημάτων και περιορισμό της φτώχειας μέσω των φοροελαφρύνσεων και των εισοδηματικών παρεμβάσεων του 2027. Σύμφωνα με το προσχέδιο του Προϋπολογισμού που κατατέθηκε στις Βρυξέλλες, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αναμένεται να αυξηθεί κατά μέσο όρο κατά 701 ευρώ ετησίως ή 4,6%, με το μεγαλύτερο ποσοστιαίο όφελος να καταγράφεται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.