Πρώτη δημόσια διαφωνία από το Εθνικό Θέατρο για το νομοσχέδιο περί σπουδών παραστατικής τέχνης, όπου ο κρατικός φορέας ζητεί συνολική αξιολογική επανεξέταση, θεσμικές εγγυήσεις για τη σύνδεση και παράταση της δημόσιας διαβούλευσης.
Το Εθνικό Θέατρο υπενθυμίζει ότι στήριξε επί της αρχής την επιδιωκόμενη αναβάθμιση των σπουδών παραστατικής τέχνης και έθεσε την τεχνογνωσία του στη διάθεση της Πολιτείας. Παρά την υπαρξιακή αγωνία για το καθεστώς της Δραματικής Σχολής του, συμμετείχε επί τρία χρόνια με θεσμικές παρεμβάσεις, επισημαίνοντας ότι έως την έναρξη της διαβουλεύσεως δεν είχε γνωστοποιηθεί σχέδιο κειμένου.
Οπως σημειώνει, δεν προεκρίθη πρόταση για μετεξέλιξη της υφισταμένης αυτονόμου Σχολής ή για απλή διασύνδεσή της με τη νέα δομή, αλλά επελέγη η απορρόφησίς της από το υπό σύσταση πανεπιστημιακό τμήμα. Το καλλιτεχνικό και ιστορικό κεκτημένο της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, με πορεία σχεδόν ενός αιώνα, εισφέρεται, όπως επισημαίνεται, σε νέο φορέα με κατάργηση της σημερινής της μορφής.
Κατά του νομοσχεδίου
Επί του νομοσχεδίου, το Εθνικό Θέατρο εκτιμά ότι καλύπτει μόνο ορισμένες πτυχές του σκοπού και δεν διασφαλίζει συνολικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ενώ ζητεί ουσιαστική επανεξέταση πέραν απλών νομοτεχνικών βελτιώσεων. Ακόμη υπογραμμίζει ότι κρίσιμα ζητήματα –όπως ο αριθμός εισακτέων, η οργάνωση των εισαγωγικών εξετάσεων και το πρόγραμμα σπουδών- θα έπρεπε να ρυθμίζονται ήδη στον ιδρυτικό νόμο, αξιοποιώντας το ισχύον ειδικό πλαίσιο και τις καλές πρακτικές των σχολών «προέλευσης».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση του ιδρυόμενου «Τμήματος Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου» με το ίδιο το Εθνικό Θέατρο, όπου απουσιάζει μηχανισμός οργανικής, κανονιστικής και καλλιτεχνικής συνδέσεως, γεγονός που καθιστά την ονομαστική αναφορά κενή περιεχομένου. Η πρόβλεψη συμμετοχής ενός μόνο εκπροσώπου του θεάτρου στα όργανα της σχολής δεν κρίνεται επαρκής. Το θέατρο αντιπροτείνει την κατάρτιση δεσμευτικής προγραμματικής σύμβασης, ώστε να ρυθμιστούν ζητήματα μεταβίβασης τεχνογνωσίας, προγράμματος σπουδών, υποτροφιών και πρακτικής μαθητείας.
Παραλλήλως, ζητείται σαφής κατοχύρωσις της ιδιαιτερότητός του αφού οι σπουδές αυτές πρέπει να «ανωτατοποιούνται» με σεβασμό στη φύση τους και όχι να προσαρμόζονται στο γενικό πανεπιστημιακό πρότυπο μέσω εξαιρέσεων. Επίσης τονίζει την ανάγκη ειδικού νομοθετικού πλαισίου για τις παραστατικές σπουδές, στο οποίο η πανεπιστημιακή νομοθεσία θα εφαρμόζεται συμπληρωματικά.



