Ενα ακόμα -δικαστικό- πλήγμα στη φοροεισπρακτική πολιτική του κράτους ήρθε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, καθώς με απόφαση-βόμβα το Δ’ τμήμα του επιχειρεί να μπλοκάρει τη δυνατότητα των ελεγκτικών μηχανισμών να προχωρούν σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, θυρίδων και περιουσιακών στοιχείων φορολογουμένων εις βάρος των οποίων υπάρχουν ενδείξεις για τη διάπραξη οικονομικών εγκλημάτων, κυρίως, μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή και λαθρεμπορίας.
Η εν λόγω απόφαση θεωρείται σημαντική από νομικούς κύκλους, οι οποίοι ωστόσο επισημαίνουν δύο βασικές παραμέτρους, που μετριάζουν τη ζημία για την κυβέρνηση. Πρώτον, ότι το θέμα παραπέμπεται, λόγω σπουδαιότητας, για οριστική κρίση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και, δεύτερον, ότι η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση κρίθηκε αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), λόγω κυρίως της ασάφειας του Προεδρικού Διατάγματος (85/2005) που επιχείρησε να εξειδικεύσει το μέτρο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της υπ’ αρ. 1032/2013 απόφασης του Δ’ Τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (προεδρεύων ο αντιπρόεδρος Σωτήρης Ρίζος και με εισηγήτρια την πάρεδρο Ουρανία Νικολαράκου), οι λόγοι της αντισυνταγματικότητας του μέτρου αφορούν κυρίως την ασάφεια της ρύθμισης, ακόμη και μετά το Προεδρικό Διάταγμα (85/2005) που επιχείρησε να την εξειδικεύσει, με αποτέλεσμα, όπως σημειώνεται, να «καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο οι προϋποθέσεις επιβολής του επίμαχου μέτρου».
Οπως επισημαίνουν οι σύμβουλοι της Επικρατείας, το κώλυμα συνταγματικότητας του εν λόγω μέτρου συνίσταται στο γεγονός ότι δεν τίθεται κάποιος περιορισμός ούτε ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων που μπορεί να τεθούν υπό δέσμευση ούτε κυρίως ως προς τη χρονική διάρκεια της δέσμευσης, και δεν θεσπίζεται ειδική διαδικασία επιβολής αλλά και άρσης του μέτρου.
Ουσιαστικά το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αποδέχεται ότι το μέτρο αυτό αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιου συμφέροντος, στη διασφάλιση δηλαδή της διατήρησης των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου, ώστε να ικανοποιηθεί το Δημόσιο, όμως ο σκοπός και μόνον του μέτρου αυτού δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει από συνταγματική άποψη την επίμαχη ρύθμιση, «αφού δεν έτυχε περαιτέρω εξειδίκευσης».
Το θέμα απασχόλησε το Συμβούλιο της Επικρατείας με αφορμή την περίπτωση επιχειρηματία αγροτικών μηχανημάτων οι τραπεζικοί λογαριασμοί του οποίου είχαν δεσμευθεί ύστερα από έλεγχο του ΣΔΟΕ, καθώς είχαν προκύψει ενδείξεις για φοροδιαφυγή και λαθρεμπορία μεγάλης έκτασης, με χρήση τεχνασμάτων, όπως είναι οι υποτιμολογήσεις.
Βάσω Παλαιού

