Στα γραφεία της Med Tankers, στην Ακτή Μιαούλη, στον Πειραιά, μέχρι προχθές που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές, περίμεναν με αγωνία ένα τηλεφώνημα.
Είναι το τηλεφώνημα που ακολουθεί το «ρεσάλτο», το τηλεφώνημα των πειρατών προς την εταιρία. «Κρατάμε τον καπετάνιο και τον μηχανικό του πλοίου σας. Θέλουμε “τόσα”αλλιώς»… Ακολουθεί η απειλή. Οταν κρατείται το πλοίο, το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος είναι σχεδόν γνωστό εκ των προτέρων. «Κρατάμε το βαπόρι σας και θέλουμε “τόσα” για να το αφήσουμε. Εδώ, όμως, στην περίπτωση του πλοίου «Althea» της Med Tankers, που κατελήφθη από πειρατές ανοιχτά της Γουινέας, έχουμε αιχμαλωσία, έχουμε ομηρία, έχουμε απαγωγή δύο ανθρώπων, των οποίων απειλείται πλέον η ίδια η ζωή…
Στα γραφεία της Med Tankers, οι άνθρωποι είναι ευγενέστατοι, αλλά εμφανώς ταραγμένοι, ξάγρυπνοι και σοκαρισμένοι. Δεν θέλουν να μιλήσουν.
«Καταλαβαίνετε, την ώρα που οι άνθρωποί μας είναι αιχμάλωτοι και δεν γνωρίζουμε ακόμη τίποτε σχετικά με την τύχη τους, το μόνο που δεν επιθυμούμε είναι η δημοσιότητα» μας λένε.
Φυσιολογική η αντίδραση και η στάση τους. Για τους λόγους αυτούς δεν αποκαλύπτουμε τα στοιχεία του Ελληνα μηχανικού, τα οποία γνωρίζουμε από την πρώτη στιγμή.
«Και οι ειδικοί χειριστές των θεμάτων αυτών μας έχουν πει ότι η δημοσιότητα δεν κάνει καλό» μας λέει ένας εκ των πλοιοκτητών.
Τα τηλέφωνα χτυπούν, χέρια απλώνονται και σηκώνουν τα ακουστικά, αλλά από την άλλη άκρη δεν ακούγεται το πολυπόθητο μήνυμα που λέει: «Οι άνδρες του πληρώματος είναι καλά, ζητάμε λύτρα».
«Εχουμε κάνει όλες τις ενέργειες, έχουμε αναθέσει το θέμα και σε κάποιους που έχουν ειδίκευση στον συγκεκριμένο τομέα» μας λέει ένας εκ των υπευθύνων.
Οι «ειδικοί» είναι υπάλληλοι των μεγάλων ασφαλιστικών οργανισμών που έχουν πλέον αποκτήσει ειδίκευση σε θέματα διαπραγμάτευσης με τους πειρατές, αφού σε πολλές περιπτώσεις τη «νύφη» την πληρώνουν οι ασφαλιστές…
Οσοι είδαν την ταινία «Captain Phillips» με τον Τομ Χανκς θα έχουν οπωσδήποτε σχηματίσει εικόνα για τους σύγχρονους πειρατές, για την αγριότητα και τον τρόμο που αντιμετωπίζουν, εδώ και περίπου μία δεκαετία, οι ναυτικοί στις αφρικανικές ακτές, με τελευταίο θύμα έναν Ελληνα μηχανικό που κρατείται όμηρος των «κουρσάρων»…
Οι σημερινοί πειρατές δεν είναι όπως οι ήρωες των αναγνωσμάτων, ο «Τζον Σίλβερ» ή ο «Λαφίτ», που φορούσαν διαμαντένιο σκουλαρίκι για να το πάρει όποιος τους βρει νεκρούς και, πουλώντας το, να τους κηδέψει.
Σήμερα οι πειρατές είναι νεαροί Αφρικανοί που υπηρετούν στις συμμορίες των «φυλάρχων», δηλαδή των αρχηγών, οι οποίοι μαζεύουν «χοντρά πακέτα» από την πειρατεία, με τα οποία αποκτούν σιγά σιγά την πρωτοκαθεδρία στις τοπικές κοινωνίες της περιοχής.
Οπως έχουν αφηγηθεί ναυτικοί που απελευθερώθηκαν μετά την καταβολή λύτρων, οι «αρχηγοί» και η αυλή τους κυκλοφορούν με πανάκριβα αυτοκίνητα, είναι περιζήτητοι… γαμπροί στον τόπο τους και ταξιδεύουν συχνά σε μεγάλες πόλεις όλου του κόσμου. Είναι κάτι, δηλαδή, σαν τοπική εξουσία, ενώ οι «ομάδες κρούσης» που χρησιμοποιούν, οι οποίες καταλαμβάνουν τα πλοία οδηγώντας ταχύπλοες βάρκες και καΐκια, βολεύονται με μερικές δεκάδες δολάρια σε κάθε «ρεσάλτο».
Η ιστορία που έγινε ταινία
Το θέμα της πειρατείας δεν είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις πριν από την προβολή της -απολύτως αληθινής και άριστα δοσμένης- ιστορίας του Αμερικανού πλοιάρχου Φίλιπς, που κυβερνούσε το μοναδικό -έως σήμερα- πλοίο με σημαία ΗΠΑ που «κουρσεύτηκε». Η ταινία, όπως λένε ναυτιλιακοί κύκλοι, ευαισθητοποίησε το ευρύτερο κοινό, το οποίο δεν είχε αντιληφθεί την έκταση και την ένταση του φαινομένου.
Πώς ανέβηκαν (με βαρύ οπλισμό) χρησιμοποιώντας γάντζους και ανεμόσκαλες
Την περασμένη Δευτέρα, ενώ το «Althea» -υπό σημαία Νήσων Μάρσαλ- έπλεε ανοιχτά των ακτών της Γουινέας, σε ύδατα που έχουν χαρακτηριστεί επικίνδυνα από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, δέχθηκε την επίθεση των πειρατών.
Στο πλοίο επέβαιναν 18 ναυτικοί, μεταξύ των οποίων και ο Ελληνας α’ μηχανικός, συνταξιούχος, 63 ετών. Οι πειρατές ανέβηκαν στο πλοίο χρησιμοποιώντας γάντζους και ανεμόσκαλες, και ακινητοποίησαν το πλήρωμα προτείνοντας τον βαρύ οπλισμό τους.
Αφού διαπίστωσαν ότι στο βαπόρι δεν υπήρχαν χρήματα ή ακριβά τιμαλφή και με δεδομένο ότι δεν είχαν στόχο το βαπόρι αλλά τα λύτρα, απήγαγαν τον Ουκρανό πλοίαρχο και τον Ελληνα μηχανικό.
Η απαγωγή, που είναι η πρώτη τα τελευταία δύο χρόνια (σε όλες τις άλλες περιπτώσεις έχουν πιαστεί «αιχμάλωτα» τα πλοία), έφερε πάλι στην επικαιρότητα το τεράστιο πρόβλημα της πειρατείας, που είχε περάσει τον τελευταίο καιρό σε ύφεση.
Οπως είναι γνωστό, έπειτα από συνεχή διαβήματα των πλοιοκτητών και παρά τις αντιρρήσεις των συνδικαλιστικών ναυτικών οργανώσεων, έχει αποφασιστεί και επιτρέπεται η παρουσία στα πλοία -όταν πλέουν σε επικίνδυνα ύδατα- ιδιωτικών ενόπλων ομάδων. Με τη μέθοδο αυτή έχουν αποτραπεί αρκετές επιθέσεις, καθώς οι πειρατές δεν έχουν την ικανότητα να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες μιας ένοπλης αναμέτρησης καταμεσής του ωκεανού και ενώ δέχονται πυρά αφ΄ υψηλού.
Οπως αναφέρουν στοιχεία από το Διεθνές Ναυτιλιακό Γραφείο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, το εννεάμηνο του 2013 σημειώθηκε το χαμηλότερο επίπεδο πειρατικών επιθέσεων από το 2006 με 188 επιθέσεις έναντι 233 κατά το αντίστοιχο διάστημα του 2012. Μειωμένος κατά πολύ και ο αριθμός των ναυτικών που κρατήθηκαν όμηροι, με 266 έναντι 458 του 2012. Στο εννεάμηνο του 2013 οι πειρατές κατέλαβαν 10 πλοία, σε 17 περιπτώσεις άνοιξαν πυρ, ενώ κατάφεραν να «σαλτάρουν» σε αυτά 140 φορές. Ακόμη, 21 επιθέσεις απετράπησαν, ενώ ένας ναυτικός έχασε τη ζωή του, 20 τραυματίστηκαν και ένας αγνοείται.
Οπως έχει δηλώσει ο αρμόδιος του Διεθνούς Γραφείου Pottengal Mukundan, παρά τη μείωση ο κίνδυνος παραμένει τόσο στη Σομαλία όσο και στον κόλπο της Γουινέας. «Είναι καθοριστικής σημασίας, οι πλοίαρχοι να είναι σε επαγρύπνηση, όταν πλέουν στις συγκεκριμένες περιοχές»…
Δημήτρης Καπράνος

