Στο 4,75% ορίστηκε το τοκομερίδιο (ετήσιο επιτόκιο) του ομολόγου πενταετούς διάρκειας το οποίο πρόκειται να εκδοθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ το ποσό που θα αντληθεί αυξήθηκε στα 3 δισ. ευρώ (από τα 2,5 δισ. ευρώ που ήταν ο αρχικός στόχος) λόγω της ζήτησης και της ευνοϊκής συγκυρίας διαμόρφωσης επιπέδου επιτοκίου σε επίπεδα χαμηλότερα του αναμενομένου (5%). Ωστόσο, η απόδοση του ομολόγου για τους επενδυτές υπολογίστηκε σε 4,95%, δηλαδή κοντά στο 5% αφού όπως έγραψε χθες η «δημοκρατία» το ομόλογο δεν θα βγει στο 100%, δηλαδή στο άρτιο, αλλά λίγο χαμηλότερα, περίπου στο 99%. Η ζήτηση ήταν υψηλή και κατατέθηκαν προσφορές για περίπου 20 δισ. ευρώ, σύμφωνα με πληροφορίες από το οικονομικό επιτελείο. Ο λόγος του μεγάλου ενδιαφέροντος είναι ότι τόσο υψηλά επιτόκια δεν υπάρχουν στη ζώνη του ευρώ αυτήν την περίοδο και ότι η έκδοση υποστηρίχθηκε από το Βερολίνο. Αλλωστε μόνο τυχαία δεν ήρθε στην Αθήνα η Γερμανίδα καγκελάριος σήμερα, η οποία αναμένεται να χαιρετήσει την έκδοση και να εκφράσει τη συμπαράστασή της στον ελληνικό λαό. Δεν γνωρίζουμε εάν η κυρία Μέρκελ θα αναλάβει και ρόλο νονάς, προσφέροντας μία λαμπάδα για δώρο του Πάσχα και δίνοντας τα φώτα της. Το ομόλογο έχει και τις ευλογίες του ΔΝΤ, το οποίο ζητά την κάλυψη του χρηματοδοτικού ανοίγματος την περίοδο 2015-2016.
Το υπουργείο Οικονομικών με ανακοίνωσή του ανέφερε ότι η ζήτηση ήταν «πολύ ισχυρή», ότι η συμμετοχή των «ξένων θεσμικών επενδυτών θα πλησιάσει το 90%» και ότι οι επενδυτές που συμμετείχαν στην έκδοση «χαρακτηρίζονται ως υψηλής ποιότητας και με μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα».
Σε κάθε περίπτωση η έκδοση έχει συμβολικό χαρακτήρα, δεν είναι οικονομικά συμφέρουσα για τη χώρα ούτε θα την απαλλάξει σύντομα από την μέγγενη της τρόικας, με την οποία μόλις πρόσφατα η κυβέρνηση συμφώνησε το νέο αναθεωρημένο Μνημόνιο για την περίοδο 2015-2016.
Πάντως μετά την ολοκλήρωση των προσφορών από τους επενδυτές, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου σταμάτησε να υποχωρεί (αυξήθηκε οριακά στο 5,92%), ενώ την προηγούμενη ημέρα είχε υποχωρήσει πάνω από 30 μονάδες βάσης.
Η συζήτηση πάντως που έχει ξεκινήσει από σοβαρούς οικονομολόγους δεν είναι εάν θα βγει η χώρα ή όχι στις αγορές να δανειστεί ένα μικρό ποσό, ακριβά ή φθηνά. Η συζήτηση έχει να κάνει με τον μακροχρόνιο προγραμματισμό της χώρας, για το εάν πρέπει να δανείζεται και γιατί, ώστε ο Ελληνας φορολογούμενος να γνωρίζει τι ακριβώς πληρώνει. Ορισμένοι οικονομολόγοι συστήνουν:
α) Η Βουλή να εγκρίνει τον εκάστοτε ετήσιο δανεισμό ξεχωριστά,
β) Να καθιερωθεί ανώτατο ύψος χρέους πέραν του οποίου θα χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία στη Βουλή για να εγκριθεί και
γ) Κάθε δανεισμός να αιτιολογείται με συγκεκριμένες δαπάνες που θα καλύψει και να πάψει ο όρος «γενικές ανάγκες της κυβέρνησης».


