Είναι κρίμα να απασχολούμε ολόκληρη Βουλή για να νομοθετεί για τα δίκαια του μπετατζή. Γράψε νόμο λογιστή, δώσε τον στον υλατζή, αύριο να τυπωθεί!
Είναι παράξενο, αλλά γίνεται. Η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα σε κάνει να θυμάσαι και να σιγοτραγουδάς επιτυχίες του ασύγκριτου διδύμου Χιώτης – Λίντα. Αύγουστο μήνα ρεμβάζεις στο κέντρο της Αθήνας, στη μαγευτική Κυψέλη. Διαβάζεις αμέριμνος το εκκαθαριστικό της Εφορίας, διστάζεις να μπεις στα ιντερνέτια για να δεις πόσο θα σου ’ρθει ο ΕΝΦΙΑ, πίνεις καφέ και δοξάζεις τον Θεό που δεν σου έχουν κατασχέσει ακόμα το μπρίκι (μαζί με το πετρογκαζάκι). Ξάφνου, το βλέμμα σου κουντράει στην πεμπτουσία της συγκυβερνητικής πολιτικής. Μια τροπολογία που κατετέθη νύχτα. Σαν τις παραγγελιές στα κέντρα, που σαν φιλόξενες φωλέες αναδείκνυαν τις πενιές του Χιώτη και τη φωνή της Λίντα.
Πώς το περιέγραψε η «δημοκρατία»; Με χρώματα μελανά (βραδινό κοστούμι, σκούρο): «Φωτογραφικό σκάνδαλο που ευνοεί τα μεγάλα και χρεοκοπημένα συγκροτήματα των βαρόνων των media προωθεί η κυβέρνηση με την κατάθεση τροπολογίας σε νεκρό κοινοβουλευτικό χρόνο, το βράδυ της περασμένης Παρασκευής. Μάλιστα, η συζήτηση και η ψήφιση θα γίνει με τη μέθοδο του… “fast track”, καθώς, σύμφωνα με τον προγραμματισμό, και τα δύο θα γίνουν μέσα σε μία μόνο ημέρα και συγκεκριμένα αύριο Τρίτη!».
Ανατριχίλα
Μα, ετούτη η ταχύτης της κυβέρνησης που σώζει την πατρίδα (προφανώς από τους Ελληνες) δεν θυμίζει Χιώτη; Πώς τρέχανε τα μαγικά δάχτυλά του επάνω στο τετράχορδο μπουζούκι του; Ε, έτσι ακριβώς και οι άξιοι της πατρίδος ηγέτες (αν όχι της ιδικής μας πατρίδος, σίγουρα κάποιας άλλης θα είναι άξιοι) τρέχουνε σαν τα σκυλιά τα μαύρα να εξυπηρετήσουν τους λειτουργούς του Τύπου και της οδοποιίας για να μην πάνε αλειτούργητες οι επιχειρήσεις τους.
Σ’ αυτούς αφιερώνεται με αγάπη και χαμηλό επιτόκιο το κάτωθι στιχούργημα, το οποίο αποτελεί μια σύγχρονη προσαρμογή του «Περασμένες μου αγάπες»:
«Περασμένες μου απάτες, δάνεια που σβήσατε / με το πέρασμα του χρόνου, την εφαρμογή του νόμου / στο ταμείο αφήσατε. / Περασμένες μου απάτες, δάνεια που σβήσατε.
Με δυο τζίφρες, για δυο μύρια κάποτε ξενύχτησα. / Με τη σάπια καμαρίλα έχτισα και μία βίλα
σαν τα πρωτομάγκωσα. / Για δυο μύρια, με δυο τζίφρες τη Μαφία φίλησα.
Περασμένες μου απάτες, της Βουλής χαλάσματα / Οσο μακριά κι αν πάτε τη φυλάκα θα τη φάτε
άθλια αποβράσματα. / Περασμένες μου απάτες, γλίτσες και ξεράσματα».
Παναγιώτης Λιάκος

