Με φόντο τις καθημερινά αυξανόμενες εκροές καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εξέτασε χθες το αίτημα να ενταχθούν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στον Εκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας (ELA) της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ).
Το αίτημα υποβλήθηκε από τον διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα και, σύμφωνα με πληροφορίες, αποφασίστηκε να δίνεται το πράσινο φως για τη χρηματοδότηση των εγχώριων τραπεζών σε εβδομαδιαία βάση, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Οι ανάγκες αυτές έχουν αυξηθεί τις τελευταίες ημέρες, καθώς οι αναλήψεις από τα γκισέ και τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ATM) των τραπεζών εκτιμάται ότι εκτινάχθηκαν, από τα 700.000.000 ευρώ την περασμένη Παρασκευή και τη Δευτέρα, στο 1 δισ. ευρώ προχθές και στο 1,5 δισ. ευρώ χθες. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ότι ο ρυθμός αυτός θα ενταθεί, εφόσον οξυνθεί μετεκλογικά η πολιτική αβεβαιότητα, οι συνολικές εκροές από τον περασμένο Δεκέμβριο ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 8 δισ. ευρώ.
Υπενθυμίζεται ότι η άντληση ρευστότητας από τον ELA έχει αυξημένο κόστος σε σύγκριση με τη βασική χρηματοδότηση από την ΕΚΤ (1,55% έναντι 0,05%) και υπόκειται στην έγκριση της ΕΚΤ. Οπως ορίζεται στο καταστατικό της ευρωτράπεζας, «κατόπιν σχετικού αιτήματος της ενδιαφερόμενης εθνικής Κεντρικής Τράπεζας, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ δύναται να αποφασίσει να θεσπίσει όριο» για την έκτακτη χορήγηση ρευστότητας.
Τρεις ημέρες προτού υποβάλει το παραπάνω αίτημα η εθνική Κεντρική Τράπεζα (εν προκειμένω η ΤτΕ) οφείλει να ενημερώσει την ΕΚΤ για τις ανάγκες που προβλέπεται να έχει κάθε τράπεζα σε ρευστότητα μέχρι την επόμενη συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕΚΤ. Οι ελληνικές τράπεζες είχαν προσφύγει ξανά στον ELA την περίοδο 2011-2012 για ρευστότητα συνολικού ύψους έως 135 δισ. ευρώ, με κόστος 4%. Η εξάρτησή τους από τον ELA μηδενίστηκε τον Μάιο του 2014. Εκτοτε έχουν αντλήσει ρευστότητα ύψους 56 δισ. ευρώ από την ΕΚΤ.
Και κόντρα με το Βερολίνο για τις αγορές ομολόγων
Στα 50 δισ. ευρώ τον μήνα, δηλαδή 600 δισ. ετησίως, θα φτάνουν οι αγορές ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με πρόταση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, με τη διάρκεια του προγράμματος να είναι τουλάχιστον ένα έτος κατά πληροφορίες της «Wall Street Journal», πριν από τη σημερινή κρίσιμη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου. Η πρόταση της Εκτελεστικής Επιτροπής για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) δείχνει ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να κινηθεί πιο επιθετικά απ’ ό,τι εκτιμούσαν οι αγορές, καθώς οι αναλυτές έκαναν λόγο για ένα νούμερο κοντά στα 500 δισ. ευρώ. Η ΕΚΤ καλείται να παρακάμψει τις αντιρρήσεις του Βερολίνου. Οπως σημείωνε σε άρθρο του στους «Financial Times» ο Μάρτιν Βολφ, εάν η ΕΚΤ αποτύχει, θα αποτύχει η ευρωζώνη.
Οχι λόγω της ανεύθυνης ασωτίας, αλλά εξαιτίας της παθολογικής λιτότητας. Εν τέλει, η κεντρική τράπεζα πρέπει να προσπαθήσει να κάνει τη δουλειά της. Αν η Γερμανία δεν αντέχει, ας σκεφτεί τη δική της «ελβετική έξοδο». Ο Βολφ κάνει μια σύγκριση με την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας να τερματίσει την επιτυχή αντιστοίχηση του φράγκου με το ευρώ. Για ορισμένες χώρες της βόρειας Ευρώπης, η ελβετική κίνηση ήταν επίπονη. Τους υπενθύμισε ότι δεν μπορούν πλέον να χαίρονται τις απολαύσεις (και τον πόνο) του ισχυρού νομίσματος. Οι Ελβετοί έχουν τη δυνατότητα να σταματήσουν να ακολουθούν το ευρώ. Οι Γερμανοί έχουν φυλακιστεί στο ευρώ. Το QE θα τρομοκρατήσει και τους αστούς της Γερμανίας. Αλλά πλέον πρέπει να γίνει. Η αξιοπιστία της ΕΚΤ διακυβεύεται. Το ίδιο και η οικονομία της ευρωζώνης. Ολα πάνε καλά στη Γερμανία. Αλλά η Γερμανία δεν είναι ευρωζώνη. Και όλα δεν πάνε τόσο καλά στις άλλες χώρες. Η Ανγκελα Μέρκελ, πάντως, επιμένει να μιλά για πλήρη ανεξαρτησία της ΕΚΤ, επισημαίνοντας όμως ότι το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα της ευρωζώνης θα πρέπει να αποφύγει να στείλει μηνύματα που θα υπονομεύσουν την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Μαριος Ροζάκος



