Ο αρχηγός του βρετανικού στόλου της Μεσογείου σερ Πάλτνι Μάλκολμ, γοητευμένος από το κλίμα των Αθηνών, αποφασίζει να χτίσει την εξοχική βίλα του «στο χωριό Πατήσια, μισή ώρα μακριά από την πόλη». Είναι το έτος 1833 και στην πραγματικότητα η πόλη δεν είναι παρά «ερείπια επί ερειπίων». Ο φιλέλληνας ναύαρχος θεωρεί ότι με το παράδειγμά του θα παρακινήσει και άλλους εύπορους να ανοικοδομήσουν την περιοχή. Προσλαμβάνει τους περίφημους αρχιτέκτονες Κλεάνθη και Σάουμπερτ, οι οποίοι πηγαίνουν στα Πατήσια ένοπλοι και με συνοδεία, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις συμμορίες ληστών που παραμόνευαν για ομήρους προκειμένου να εισπράξουν λίγα λύτρα. Ο ναύαρχος φέρνει δίτροχα κάρα από τη Μάλτα για να μεταφέρουν τα οικοδομικά υλικά και οι Αθηναίοι στριμώχνονται στην οδό Πειραιώς για να χαζέψουν τη θαυματουργή «φράγκικη μηχανική».
Η έπαυλη Μάλκολμ υψώνεται ακριβώς στη θέση όπου ο Κιουταχής είχε στήσει τη σκηνή του στην πολιορκία της Ακρόπολης και γίνεται το εντυπωσιακό αξιοθέατο της περιοχής. Ο ναύαρχος μένει εκεί έως το 1842 και στη συνέχεια την παραχωρεί στον πρέσβη της Γαλλίας Πισκατόρι, για να αγοραστεί μετέπειτα από τη δούκισσα της Πλακεντίας Σοφία Λεμπρέν και αργότερα από τον πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο οποίος και την πουλά αργότερα στον λογοτέχνη Δημήτριο Ροδοκανάκη. Εκεί ακριβώς ξεκινά και το δεύτερο κεφάλαιο της μεγάλης ιστορίας της έπαυλης στην οδό Αγίας Ζώνης της Κυψέλης. Το 1901 το νεοσύστατο Ασυλο Ανιάτων νοικιάζει το κτίριο και τέσσερα χρόνια αργότερα το αγοράζει -διατηρώντας το ακόμη στην ιδιοκτησία του- αλλάζοντάς του παράλληλα τη φυσιογνωμία με αρχιτεκτονικές προσθήκες και μεταβολές, κυρίως εξαιτίας της φθοράς του χρόνου. Οι στεναγμοί από τον πόνο και τις κακουχίες ενός αιώνα αντηχούν στις αίθουσες της έπαυλης, και στους τοίχους της χαράζονται τα πιο οδυνηρά κεφάλαια της αθηναϊκής ιστορίας του 20ού αιώνα.


