Εκθεση-βόμβα του ΟΟΣΑ: Ετσι οδηγήθηκε στη φτωχοποίηση η μεσαία τάξη! Συμφορά για όσους εργαζόμενους έχουν δύο παιδιά
Το βαρύτερο φορτίο φόρων και ασφαλιστικών εισφορών σηκώνει ο Ελληνας εργαζόμενος ανάμεσα στις 34 χώρες-μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Οπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση του διεθνούς οργανισμού, οι φόροι και κυρίως οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων «τρώνε» το 43,4% της αμοιβής ενός παντρεμένου μέσου εργαζομένου και το 40,4% της αμοιβής ενός άγαμου εργαζομένου.
Αυτό συμβαίνει γιατί στην Ελλάδα, συγκριτικά με τις χώρες του ΟΟΣΑ, γίνεται η μεγαλύτερη παρακράτηση στους μεικτούς μισθούς. Από την έκθεση προκύπτει ότι, σε γενικά επίπεδα, στην Ελλάδα οι εισφορές Κοινωνικής Ασφάλισης εργαζομένων και εργοδοτών αντιπροσωπεύουν το 83% της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης επί των μισθών σε σύγκριση με το 63% του συνολικού μέσου όρου του ΟΟΣΑ φορολογικής επιβάρυνσης. Το υπόλοιπο της επιβάρυνσης είναι φόροι.
Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων «τρώνε» το 43,4% της αμοιβής ενός παντρεμένου μέσου εργαζομένου με δύο παιδιά, όταν στις χώρες του ΟΟΣΑ ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 26,9%. Δηλαδή, από τα 100 ευρώ αμοιβής ενός οικογενειάρχη με δύο παιδιά στην Ελλάδα τα 43,4 ευρώ φεύγουν πριν καν μπουν στην τσέπη του. Πηγαίνουν απευθείας στα ασφαλιστικά ταμεία και στην Εφορία. Από τον υπολογισμό αφαιρούνται τυχόν οικογενειακά επιδόματα και γι’ αυτό η επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη.
Η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση με την υψηλότερη επιβάρυνση στον ΟΟΣΑ, ενώ ακολουθούν οι εργαζόμενοι με οικογένειες με δύο παιδιά στις χώρες Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Φινλανδία και Σουηδία. Τη μικρότερη συνολική επιβάρυνση συναντάμε στη Χιλή και τη Νέα Ζηλανδία.
Οι επιβαρύνσεις από εισφορές και φόρους στο εισόδημα ενός άγαμου Ελληνα εργαζομένου ανέρχονται στο 40,44%, έναντι μέσου όρου 36% στις χώρες του ΟΟΣΑ, στοιχείο που τοποθετεί τη χώρα στη 14η θέση αυτής της κατηγορίας. Στην πρώτη θέση βρίσκεται το Βέλγιο και ακολουθούν η Αυστρία, η Γερμανία, η Ουγγαρία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Φινλανδία, ενώ στην τελευταία θέση με τη μικρότερη επιβάρυνση στο εισόδημα βρίσκεται η Χιλή.
Αύξηση βαρών
Συγκρίνοντας τα βάρη από φόρους και εισφορές μεταξύ 2010 και 2014 διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο χειροτέρεψε, καθώς καταγράφεται αύξηση των βαρών κατά 1,3%, από 39,1% που ήταν το 2010 σε 40,4%, όπου έφτασε το 2014, όταν την ίδια περίοδο στις χώρες του ΟΟΣΑ καταγράφεται μείωση κατά 0,7% από 36,7% το 2010 σε 36% το 2014. Η μεγαλύτερη αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης για τον μέσο Ελληνα εργαζόμενο παρατηρείται μεταξύ 2010 και 2011, όταν έγιναν οι μεγάλες φορολογικές ανατροπές με μείωση του αφορολόγητου ορίου και κατάργηση των περισσότερων φοροαπαλλαγών. Το διάστημα εκείνο το φορολογικό βάρος αυξήθηκε κατά 3,1% και από το 2011 και μετά υπήρξε μια μείωση της τάξης του 2,8%.
Χαράτσι ακόμα και για τις αγροτικές επιδοτήσεις
Φόρο εισοδήματος ακόμη και για τις αγροτικές επιδοτήσεις θα κληθούν να καταβάλουν με το φετινό εκκαθαριστικό οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι. Και αυτό γιατί ο νόμος δεν διακρίνει τις αγροτικές επιδοτήσεις από το υπόλοιπο εισόδημα που εισπράττουν οι αγρότες.
Από το φορολογικό έτος 2014 οι αγρότες θεωρούνται επί της ουσίας επιχειρηματίες, καθώς το εισόδημά τους αποκτάται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και φορολογείται με συντελεστή 13% από το πρώτο ευρώ. Ο νόμος δεν προβλέπει διάκριση για τις επιδοτήσεις που οι αγρότες λαμβάνουν, με αποτέλεσμα να προστίθενται στο κανονικό εισόδημα και να φορολογούνται με συντελεστή 13%.
Αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερα επιβαρυντική αλλαγή σε σχέση με όσα ίσχυαν για τους αγρότες για την προηγούμενη χρήση, δηλαδή για το 2013. Για το φορολογικό έτος 2013 το αγροτικό έσοδο θεωρούνταν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογούνταν με την κλίμακα των μισθωτών και των συνταξιούχων. Ετσι, υπήρχε έμμεσο αφορολόγητο όριο ύψους έως και 9.550 ευρώ και έτσι η συντριπτική πλειονότητα των αγροτών δεν πλήρωνε φόρο εισοδήματος. Από το 2014 όμως η κατάσταση άλλαξε. Το θέμα της φορολόγησης των αγροτικών επιδοτήσεων έχει απασχολήσει ήδη την ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών, χωρίς όμως να έχει ακόμη αντιμετωπιστεί.
Στέλιος Κράλογλου


