Αρχίζει επισήμως από αύριο η πρώτη αξιολόγηση, με τα πρωτοπαλίκαρα των θεσμών να αναλαμβάνουν δράση και να ζητούν από την κυβέρνηση τον ουρανό με τ’ άστρα στο Ασφαλιστικό και μέτρα για τα δημοσιονομικά
Από τον
Μάριο Ροζάκο
Στη μέγκενη της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου Μνημονίου αναμένεται να μπει επισήμως από αύριο η κυβέρνηση, καθώς οι επικεφαλής του κουαρτέτου των δανειστών μας παίρνουν τα ηνία της διαπραγμάτευσης από τα τεχνικά κλιμάκια, τα οποία έως τώρα συγκέντρωναν στοιχεία.
Η πολύμηνη καθυστέρηση της αξιολόγησης, που κανονικά έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί το αργότερο έως τον περασμένο Δεκέμβριο, σε συνδυασμό με το εκρηκτικό κλίμα που διαμορφώθηκε για τη χώρα μας την περασμένη εβδομάδα στο προσφυγικό ζήτημα αυξάνουν τον βαθμό δυσκολίας των επικείμενων διαβουλεύσεων. Ο πήχης ανεβαίνει ψηλά για την ελληνική πλευρά και εξαιτίας της εντονότερης εμπλοκής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) σε αυτόν τον γύρο συζητήσεων. Η εκπρόσωπος του Ταμείου Ντέλια Βελκουλέσκου θεωρείται βέβαιο ότι θα επιδείξει αυτή τη φορά στην Αθήνα το σκληρό πρόσωπο που είχαν γνωρίσει πρώτοι οι Κύπριοι συνομιλητές της κατά τις διαπραγματεύσεις για το Μνημόνιο της Μεγαλονήσου.
Μετά τα ραντεβού του διευθυντή του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, μια καταιγίδα διαρροών έχει ήδη προϊδεάσει για τις άγριες διαθέσεις του Ταμείου σε δύο κομβικά θέματα: το Ασφαλιστικό και τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα.
Στο Ασφαλιστικό:
Το ΔΝΤ εμφανίζεται να απαιτεί νέα μείωση των συντάξεων κατά 15% μεσοσταθμικά. Φέρεται ότι προτείνει είτε περικοπή όλων των υφιστάμενων κύριων και επικουρικών κατά 6% από το πρώτο ευρώ είτε περικοπή 15%-20% για ποσά άνω των 800 ευρώ ή «ψαλίδι» 30% πάνω από τα 1.000 ευρώ. Οι τεχνοκράτες του Ταμείου διαπιστώνουν ότι είναι αδύνατον να υπάρξει μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά το τρέχον έτος κατά 1,8 δισ. ευρώ, όπως είναι η μνημονιακή δέσμευση, χωρίς να πραγματοποιηθεί νέα περικοπή στις συντάξεις, κύριες και επικουρικές. Η κυβέρνηση έχει θέσει ως κόκκινη γραμμή την αποφυγή μείωσης των κύριων συντάξεων. Αντιθέτως, για τις επικουρικές συντάξεις παραδέχεται, ανεπίσημα, ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν στοχευμένες παρεμβάσεις, με αποτέλεσμα τον εξορθολογισμό τους.
Η ελληνική πλευρά προτείνει αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα (μία μονάδα για εργοδότες και μισή για εργαζομένους), με στόχο να καλυφθούν τα ελλείμματα στην επικουρική ασφάλιση. Οι εκπρόσωποι των δανειστών, και ειδικά το ΔΝΤ, θεωρούν το συγκεκριμένο μέτρο αντιαναπτυξιακό και υφεσιακό και διαφωνούν με τη λογική της αύξηση των εισφορών. Ειδικά για νέους επιστήμονες και ελεύθερους επαγγελματίες η αύξηση εισφορών που προτείνεται, παρά τις βελτιωτικές ενέργειες Κατρούγκαλου, οδηγεί σε επιβάρυνση που φτάνει έως το 213,89%, σε σχέση με τις τρέχουσες καταβολές.
Οι Ευρωπαίοι πιστωτές μας, ενώ φαίνονται διατεθειμένοι να αποδεχθούν αύξηση εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα για τους εργαζομένους και άλλο τόσο για τους εργοδότες, συμφωνούν με το ΔΝΤ ότι η πρόταση του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου δεν διασφαλίζει τη βραχυπρόθεσμη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού και επιβαρύνει υπέρμετρα τους νέους ασφαλισμένους.
Ως προς το ποσοστό αναπλήρωσης, η ελληνική πρόταση θέλει να μην υπερβαίνει το 60%-65%. Παρά το γεγονός αυτό, οι θεσμοί απαιτούν ακόμα μικρότερο ποσοστό αναπλήρωσης, που μεταφράζεται σε ακόμα μικρότερες νέες συντάξεις.
Βασική συνιστώσα της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης αποτελεί η εθνική σύνταξη, που προτείνεται να χορηγείται δίχως εισοδηματικά κριτήρια. Οι πιστωτές επιμένουν όμως για εισοδηματικά κριτήρια στη χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής. Επίσης, προτείνεται να αυξηθεί το κατώτατο όριο λήψης σύνταξης από τη 15ετία ή 4.500 ένσημα, που είναι σήμερα, στην 20ετία ή 6.000 ένσημα.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, διάσταση εκτιμήσεων επικρατεί μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων. Οι τελευταίοι συμφωνούν εν μέρει με την κυβέρνηση για την υπεραπόδοση του περυσινού Προϋπολογισμού και θεωρούν ότι η «τρύπα» στον φετινό Προϋπολογισμό περιορίζεται περί τα 350.000.000-550.000.000 ευρώ, ενώ μέχρι πρότινος την ανέβαζαν στα 900.000.000 ευρώ. Εντούτοις, το ΔΝΤ εξακολουθεί να βλέπει δημοσιονομικό κενό έως και 1,8 δισ. ευρώ, «πατώντας» πάνω στις ανεφάρμοστες μνημονιακές δεσμεύσεις, όπως η περικοπή αμυντικών δαπανών κατά 350.000.000 ευρώ φέτος, η αύξηση των εσόδων κατά 150.000.000 ευρώ από τις αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος, η αύξηση των εσόδων κατά 120.000.000 ευρώ από τα «φρουτάκια» (VLTs) και η αύξηση των εσόδων κατά 150.000.000 ευρώ από την αύξηση των συντελεστών φορολόγησης των εισοδημάτων από ενοίκια. Επιπλέον, δεν παραβλέπουν τις «κρυφές τρύπες» του περυσινού Προϋπολογισμού, τις οποίες ανέδειξε η «δημοκρατία» την περασμένη Κυριακή. Πρόκειται για την υστέρηση κατά 1 δισ. ευρώ στις αποκρατικοποιήσεις και τη μη κάλυψη των στόχων για το ταμειακό απόθεμα και την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου.
Στο τραπέζι και Κατοχικό Ταμείο, εργασιακά και «κόκκινα» δάνεια
Τα δύσκολα για την κυβέρνηση δεν περιορίζονται στα παραπάνω. Ουσιαστικά η ελληνική πλευρά είναι ανέτοιμη για τη λειτουργία του νέου Υπερταμείου Αποκρατικοποιήσεων -του Κατοχικού Ταμείου-, η οποία πρέπει να ξεκινήσει έως τον Μάιο, ενώ το ΔΝΤ φέρεται ότι είναι αποφασισμένο να ανοίξει από τώρα και τον καυτό φάκελο των ανατροπών στα εργασιακά (ομαδικές απολύσεις κ.λπ.). Πρόβλημα αποτελεί επίσης η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων. Οι πιστωτές πιέζουν για την απελευθέρωση της πώλησης όλων των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ανεξαρτήτως κατηγορίας, ενώ η ελληνική πλευρά επιδιώκει να μη βγουν στο σφυρί για την επόμενη τριετία τα «κόκκινα» δάνεια πρώτης κατοικίας και τα δάνεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που έχουν ως υποθήκη ή προσημείωση την πρώτη κατοικία.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει την τρόικα για την αναγκαιότητα να μη βρεθούν τα στεγαστικά δάνεια σε χέρια ξένων funds, προτείνοντας μεταξύ άλλων την εξαίρεση των δανείων αυτών με βάση ένα πλέγμα κριτηρίων, με πιο σημαντικά αυτά της χρονικής διάρκειας προστασίας (3 έτη), την οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη και τη διάθεσή του να συνεργαστεί με τις τράπεζες.


