Η πτώση τσιμέντων από γέφυρα στη Νέα Ιωνία έδειξε με τον πιο ωμό τρόπο τη φθορά των οδικών υποδομών
- Από την
Ιωάννα Τσέφλιου
Αποτελεί κοινή παραδοχή το γεγονός ότι η ασφάλεια στους δρόμους δεν κρίνεται μόνο από τη συμπεριφορά των οδηγών, αλλά πρωτίστως από την κατάσταση των υποδομών και τη συνέπεια της Πολιτείας απέναντι στις ευθύνες της. Από τις γέφυρες και τους ανισόπεδους κόμβους μέχρι το οδόστρωμα, τη σήμανση και τη συντήρηση, το οδικό δίκτυο αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που απαιτεί διαρκή έλεγχο και παρεμβάσεις. Όταν αυτός ο έλεγχος απουσιάζει, οι κίνδυνοι δεν αργούν να φανούν – άλλοτε με τη μορφή τροχαίων δυστυχημάτων και άλλοτε με εικόνες εγκατάλειψης που προκαλούν εύλογη ανησυχία στους πολίτες.
Η πτώση τσιμέντων από τη γέφυρα της λεωφόρου Εθνικής Αντιστάσεως, στο ύψος του Νοσοκομείου «Αγία Ολγα» στη Νέα Ιωνία, ήρθε να υπενθυμίσει με τον πιο ωμό τρόπο ότι η φθορά των υποδομών δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά άμεσος κίνδυνος για την ανθρώπινη ζωή. Το περιστατικό, που οδήγησε σε διακοπή κυκλοφορίας και κινητοποίηση συνεργείων, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένο. Αντιθέτως, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αδράνειας και κατακερματισμού ευθυνών, το ίδιο πλαίσιο που συντηρεί και την τραγική εικόνα των τροχαίων δυστυχημάτων στη χώρα.
Η συγκεκριμένη γέφυρα, σύμφωνα με πληροφορίες, αντιμετωπίζει εδώ και καιρό προβλήματα. Κι όμως, χρειάστηκε να πέσουν τσιμέντα στο οδόστρωμα για να κινητοποιηθεί ο κρατικός μηχανισμός. Ο δήμαρχος, σχολιάζοντας το περιστατικό, έκανε λόγο για «παλιά ιστορία», σημειώνοντας ότι «ο οπλισμός και τα επιχρίσματα είναι σαθρά», ενώ πρόσθεσε πως «η Περιφέρεια μου απάντησε ότι δεν υπάρχει θέμα με τη στατικότητα». Η φράση αυτή συνοψίζει με ακρίβεια το χρόνιο πρόβλημα της ελληνικής διοίκησης: όλοι γνωρίζουν, κανείς δεν αναλαμβάνει.
Δήμοι, περιφέρειες και Κεντρική Διοίκηση μοιράζονται αρμοδιότητες, αλλά συχνά κανείς δεν αναλαμβάνει την ουσιαστική ευθύνη. Το αποτέλεσμα είναι δρόμοι και τεχνικά έργα που γερνούν χωρίς συντήρηση, προειδοποιήσεις που αγνοούνται και παρεμβάσεις που γίνονται μόνο όταν ο κίνδυνος γίνει ορατός ή το περιστατικό λάβει δημοσιότητα. «Πώς είναι δυνατόν να πέφτει τμήμα οροφής της γέφυρας στο οδόστρωμα;» διερωτάται, μιλώντας στη «δημοκρατία», ο πραγματογνώμονας Παναγιώτης Μαδιάς και συνεχίζει: «Το γεγονός αυτό ενέχει τεράστιο βαθμό επικινδυνότητας. Προκάλεσε ήδη προβλήματα στους διερχόμενους οδηγούς, ενώ θα μπορούσε να είχε καταγραφεί και τροχαίο, λόγω των ελιγμών που αναγκάστηκαν να κάνουν για να αποφύγουν τα χειρότερα. Δεν έχει γίνει στο σημείο κανένας έλεγχος ως όφειλε; Η Περιφέρεια δεν θα έπρεπε να έχει προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να προλάβει τέτοιου είδους συμβάντα;».
Σε αυτό το περιβάλλον, η οδική ασφάλεια υπονομεύεται καθημερινά, με κόστος που αποτυπώνεται τόσο στις εικόνες εγκαταλειμμένων υποδομών όσο και στη μαύρη στατιστική των τροχαίων. Το ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη γέφυρα. Αφορά συνολικά την ασφάλεια των υποδομών και τη σχέση τους με τα τροχαία δυστυχήματα. Διότι οι ίδιες Αρχές που είναι υπεύθυνες για τη συντήρηση μιας γέφυρας είναι υπεύθυνες και για την κατάσταση των δρόμων, τη σήμανση, τα έργα, τις λακκούβες, τις επικίνδυνες διασταυρώσεις. Οταν ένα κομμάτι σκυροδέματος μπορεί να πέσει σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους οδικούς άξονες της Αττικής, τότε η συζήτηση για την οδική ασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά των οδηγών.
Η εικόνα του σαθρού και παρατημένου οδικού δικτύου συνδέεται άμεσα με τη μαύρη στατιστική των τροχαίων δυστυχημάτων. Κι όμως, η δημόσια συζήτηση αποφεύγει συστηματικά να αγγίξει τις ευθύνες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία συχνά επικαλείται έλλειψη πόρων, χωρίς όμως να δίνει λογαριασμό για την απουσία ελέγχων και προληπτικής συντήρησης.
Δεν είναι ένα στατιστικό πρόβλημα, αλλά μια διαρκής αιμορραγία ανθρώπινων ζωών
Τα τροχαία δυστυχήματα στην Ελλάδα δεν αποτελούν απλώς ένα στατιστικό πρόβλημα, αλλά μια διαρκή αιμορραγία ανθρώπινων ζωών, που αποκαλύπτει βαθύτερες, συστημικές αποτυχίες. Πίσω από κάθε θανατηφόρα σύγκρουση δεν κρύβεται μόνο το ανθρώπινο λάθος, αλλά κι ένα πλέγμα ευθυνών που βαραίνει την Πολιτεία, τους δήμους και τις περιφέρειες, που έχουν την αρμοδιότητα της συντήρησης του οδικού δικτύου. Παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες για έργα και παρεμβάσεις, οι δρόμοι εξακολουθούν να μετατρέπονται σε παγίδες θανάτου, με κακοτεχνίες και έργα που αρχίζουν αλλά δεν ολοκληρώνονται ποτέ.
Νέοι άνθρωποι μετατρέπονται σε απλούς αριθμούς σε πίνακες, την ώρα που η χώρα συνεχίζει να καταγράφει μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση σε ό,τι αφορά την οδική ασφάλεια. Τα πρόσφατα στοιχεία κατατάσσουν την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις θνησιμότητας από οδικά ατυχήματα, αναδεικνύοντας ένα πρόβλημα που δεν περιορίζεται στην ποιότητα των δρόμων, αλλά εκτείνεται στη συνολική διαχείριση της οδικής ασφάλειας.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια και στους αριθμούς. Το 2023 η Ελλάδα βρέθηκε στην 5η χειρότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με 61,2 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκων, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 45,6. Ακόμα πιο ανησυχητικά είναι τα προσωρινά στοιχεία για το 2024, τα οποία δείχνουν ότι η χώρα ανέβηκε στην 3η χειρότερη θέση, με 64 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους. Την ίδια στιγμή σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται συνολική αποκλιμάκωση των τροχαίων, γεγονός που καταδεικνύει ότι η κατάσταση συνιστά αποτέλεσμα πολιτικών και διοικητικών επιλογών.
«Μπορώ να πω πως πράγματι υπάρχει τεράστια ευθύνη όλων των διαχρονικών κυβερνήσεων και όλων των κομμάτων που δεν έδειξαν απολύτως κανένα ενδιαφέρον για να περιορίσουν τα τροχαία» επισημαίνει στη «δημοκρατία» ο πραγματογνώμονας Παναγιώτης Μαδιάς.
Καίρια είναι η αναφορά του στην ανυπαρξία ελέγχων στη συντήρηση των οδών. «Υπάρχει έλλειμμα στην τροποποίηση του ΚΟΚ, αφού οι διατάξεις που ψηφίστηκαν πρόσφατα θα έπρεπε να συνδυαστούν και με την εφαρμογή του νόμου 3481/2006 άρθρο 7 περί συντήρησης των οδών. Οι αρμόδιες υπηρεσίες θα έπρεπε να πραγματοποιούν ελέγχους και να εκτελούν τις εργασίες σε προκαθορισμένο διάστημα. Ωστόσο, από την εμπειρία μου μπορώ με βεβαιότητα να πω πως ο νόμος είναι ανύπαρκτος και δεν τηρήθηκε ποτέ» καταγγέλλει.

